Τελευταία Νέα

Μήνυμα υπέρ μιας ουσιαστικά αναβαθμισμένης ελληνογαλλικής συνεργασίας στην άμυνα, πέρα από τα παραδοσιακά εξοπλιστικά προγράμματα, έστειλαν στο Ελληνογαλλικό Επιχειρηματικό Φόρουμ για την αμυντική βιομηχανία ο Πρόεδρος και CEO της Metlen, Ευάγγελος Μυτιληναίος, και ο Πρόεδρος και CEO της Theon International, Κρίστιαν Χατζημηνάς, προτάσσοντας ένα μοντέλο συμπαραγωγής, μεταφοράς τεχνογνωσίας και κοινής διεθνούς παρουσίας με γαλλικούς ομίλους.

Ο Ευάγγελος Μυτιληναίος ανέδειξε την ανάγκη εμβάθυνσης της βιομηχανικής συνεργασίας Ελλάδας–Γαλλίας, επισημαίνοντας ότι η εμπειρία από το πρόγραμμα των φρεγατών δημιουργεί πλέον ώριμη βάση για ευρύτερες συνέργειες στο μέλλον. Στο πλαίσιο αυτό, σημείωσε ότι η συνεργασία θα μπορούσε να είχε αναπτυχθεί νωρίτερα και σε μεγαλύτερο βάθος, ενώ συνέδεσε τη συζήτηση με τις μελλοντικές ανάγκες του Πολεμικού Ναυτικού, αναφέροντας και την προοπτική νέων υποβρυχιακών προγραμμάτων με αυξημένη ελληνική συμμετοχή.

Κεντρικός άξονας της παρέμβασής του ήταν ένα μοντέλο συνεργασίας ισότιμων εταίρων, όπου η γαλλική τεχνογνωσία και η ελληνική παραγωγική ικανότητα μπορούν να συνδυαστούν σε συμπαραγωγές εξοπλισμού νέας γενιάς με εξαγωγικό προσανατολισμό.

Στο ίδιο πνεύμα, ο Κρίστιαν Χατζημηνάς υποστήριξε ότι η ελληνική αμυντική βιομηχανία πρέπει να αντιμετωπίζεται ως στρατηγικός εταίρος και όχι απλώς ως πελάτης, εστιάζοντας στη δυνατότητα κοινής παρουσίας σε τρίτες αγορές. Επικαλέστηκε, μάλιστα, παραδείγματα συνεργασίας της Theon με τις Safran και Exosens σε διεθνή προγράμματα, προβάλλοντας την ελληνική βιομηχανία ως αξιόπιστο εξαγωγικό εταίρο.

Από τη γαλλική πλευρά, ο Πρόεδρος και CEO της Naval Group, Pierre-Eric Pommellet, παρουσίασε το πρόγραμμα των φρεγατών FDI ως πρότυπο βιομηχανικής συνεργασίας, σημειώνοντας ότι έχει ήδη διαμορφωθεί οικοσύστημα με περισσότερες από 70 ελληνικές εταιρείες και άνω των 120 συμβάσεων με ελληνικούς φορείς και επιχειρήσεις.

Όπως τόνισε, η συμμετοχή της ελληνικής βιομηχανίας δεν αντιμετωπίζεται ως συγκυριακή, αλλά ως στρατηγικό στοιχείο για τα επόμενα βήματα της συνεργασίας, αφήνοντας ανοιχτή την προοπτική διεύρυνσης και σε μελλοντικά ναυτικά προγράμματα, συμπεριλαμβανομένου του τομέα των υποβρυχίων.

Παράλληλα, ανέδειξε ως επόμενο στάδιο την οικοδόμηση εφοδιαστικής αλυσίδας και βιομηχανικής βάσης που θα μπορούσε να στηρίξει ακόμη και κοινή εξαγωγική δραστηριότητα. Στη συζήτηση παρενέβη και ο Nicolas Groult, διευθύνων σύμβουλος της KNDS France, ο οποίος υπογράμμισε ότι τα σύγχρονα αμυντικά προγράμματα δεν περιορίζονται πλέον σε προμήθειες, αλλά βασίζονται σε συνεργασίες που ενσωματώνουν μεταφορά τεχνολογίας, παραγωγή σε περισσότερες χώρες και ενίσχυση των ευρωπαϊκών εφοδιαστικών αλυσίδων.

Όπως σημείωσε, η αυξανόμενη ζήτηση για αμυντικό εξοπλισμό υπερβαίνει σε αρκετές περιπτώσεις την υφιστάμενη παραγωγική δυνατότητα της Ευρώπης, καθιστώντας τις βιομηχανικές συμπράξεις προϋπόθεση για ταχύτερη υλοποίηση και οικονομίες κλίμακας. Η KNDS, ένας από τους μεγαλύτερους ευρωπαϊκούς αμυντικούς ομίλους στους χερσαίους εξοπλισμούς, τοποθέτησε έτσι τη συνεργασία ως κεντρικό εργαλείο ενίσχυσης της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας. Η συζήτηση επεκτάθηκε και στο μεταβαλλόμενο περιβάλλον ασφάλειας στην Ευρώπη, με τον Ευάγγελο Μυτιληναίο να συνδέει τη βιομηχανική συνεργασία με τη σταδιακή μεταβολή του μοντέλου ασφάλειας του ΝΑΤΟ, επισημαίνοντας ότι η Ευρώπη καλείται να αναλάβει μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης στην άμυνα και την παραγωγική της αυτάρκεια.

Στο πλαίσιο αυτό, αναδείχθηκε η εκτίμηση ότι διμερείς συνεργασίες όπως η ελληνογαλλική μπορούν να αποτελέσουν πυρήνα της επόμενης φάσης της ευρωπαϊκής αμυντικής αρχιτεκτονικής, σε ένα περιβάλλον όπου η στρατηγική αυτονομία και η βιομηχανική επάρκεια αποκτούν αυξανόμενη σημασία.

Παράλληλα, ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στις τεχνολογικές εξελίξεις, από drones και anti-drone συστήματα έως λογισμικό και τεχνητή νοημοσύνη, που επιταχύνουν τις απαιτήσεις προσαρμογής της αμυντικής βιομηχανίας και ενισχύουν την ανάγκη για συνεργατικά σχήματα και κοινή καινοτομία.

Κοινός παρονομαστής των παρεμβάσεων ήταν ότι η ελληνογαλλική συνεργασία στην άμυνα φαίνεται να διευρύνεται από το επίπεδο των προμηθειών προς ένα μοντέλο βιομηχανικής συν-ανάπτυξης, με έμφαση στην παραγωγή, την τεχνολογία, τη στρατηγική αυτονομία και την κοινή διεθνή παρουσία.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Μετάβαση στο περιεχόμενο