Γράφουν: Πάνσυ Γιαφέντη – Δημήτρης Λάμπρου
Η ιταλική, γερμανική και βουλγαρική Κατοχή της Ελλάδας δεν υπήρξε μόνο περίοδος στρατιωτικής βίας και οικονομικής εξάντλησης∙ υπήρξε επίσης περίοδος σοβαρής απειλής για την πολιτιστική κληρονομιά της χώρας. Η λεηλασία αρχαιοτήτων, οι αυθαίρετες ανασκαφές, οι επιτάξεις μουσείων και η αποδιοργάνωση της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας αποτέλεσαν βασικές όψεις της κατοχικής πραγματικότητας. Στη Βοιωτία, περιοχή με εξαιρετικά πυκνό αρχαιολογικό τοπίο από τους προϊστορικούς χρόνους έως τη βυζαντινή περίοδο, η οποία βίωσε την ιταλική και γερμανική Κατοχή (η βουλγαρική κατοχική δύναμη έδρασε περιορισμένα σε Ανατολική Μακεδονία, Δυτική Θράκη και περιοχές των νομών Σερρών και Δράμας), οι συνέπειες αυτές υπήρξαν σημαντικές, αν και όχι πάντοτε πλήρως καταγεγραμμένες.
Μεταπολεμικά συντάχθηκαν από το ελληνικό κράτος τρεις εκθέσεις, οι οποίες στη συνέχεια ενοποιήθηκαν σε έναν τόμο (1946). Βασικό τεκμήριο για την αποτίμηση των ζημιών παραμένει έως σήμερα η επίσημη αυτή έκθεση του 1946 με τίτλο Ζημίαι των Αρχαιοτήτων εκ του Πολέμου και των Στρατών Κατοχής, που εκδόθηκε από το Υπουργείο Θρησκευμάτων και Εθνικής Παιδείας και τη Διεύθυνση Αρχαιοτήτων και Ιστορικών Μνημείων. Το έργο συντάχθηκε όχι μόνο ως ιστορική καταγραφή αλλά και ως αποδεικτικό υλικό για μελλοντικές ελληνικές διεκδικήσεις αποζημιώσεων και επαναπατρισμό αρχαιοτήτων.

Η νεότερη έρευνα από τον ακαδημαϊκό Βασίλειο Χ. Πετράκο, που συμπεριλαμβάνει την έκθεση του 1946 στο πεντάτομο έργο του Το Παρελθόν σε δεσμά (2021), αποκάλυψε αδημοσίευτα υπηρεσιακά έγγραφα, βρετανικές και γερμανικές εκθέσεις της Kunstschutz. κριτικές και απολογίες Γερμανών αρχαιολόγων, μεταπολεμική αλληλογραφία, καθώς και εκτενή σχολιασμό και βιβλιογραφία, τα οποία επιτρέπουν σήμερα μια πολύ πληρέστερη κατανόηση της κατοχικής πολιτικής απέναντι στις ελληνικές αρχαιότητες.
Η Βοιωτία ως αρχαιολογικός στόχος
Η Βοιωτία κατείχε ιδιαίτερη θέση στο ενδιαφέρον των Γερμανών αρχαιολόγων ήδη από τον 19ο αιώνα. Οι μυκηναϊκές θέσεις του Ορχομενού, της Θήβας και της περιοχής της Κωπαΐδας συνδέονταν στενά με τις γερμανικές σχολές προϊστορικής αρχαιολογίας. Κατά την περίοδο της Κατοχής, αυτό το επιστημονικό ενδιαφέρον συνδυάστηκε με την παρουσία στρατιωτικών και υπηρεσιών κατοχής.
Το ενδιαφέρον αυτό συνδέεται επίσης με το ευρύτερο φαινόμενο της ναζιστικής «αρχαιολογικής πολιτικής» στην κατεχόμενη Ευρώπη, όπου η αρχαιολογία χρησιμοποιούνταν τόσο για επιστημονικούς σκοπούς όσο και ως εργαλείο ιδεολογικής νομιμοποίησης της θεωρίας της «άριας» πολιτισμικής συνέχειας και ανωτερότητας. Από την έρευνα προκύπτει ότι οι γερμανικές αρχαιολογικές αποστολές στην Ελλάδα επιδίωκαν όχι μόνο την επιστημονική καταγραφή αλλά και την ιδεολογική αξιοποίηση της προϊστορικής Ελλάδας στο πλαίσιο της πολιτισμικής πολιτικής του Γ΄ Ράιχ, που προωθούσε το ιδεολόγημα της ύπαρξης ενός υποτιθέμενου ανώτερου, «Άριου Πολιτισμού», ο οποίος εξαπλώθηκε σε ολόκληρη την Ευρώπη και τη Μέση Ανατολή κατά την προϊστορική περίοδο και οι Γερμανοί, ως μέρος της άριας φυλής, ήταν οι κληρονόμοι του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού.
Η κύρια γερμανική υπηρεσία που χρηματοδοτούσε τις αρχαιολογικές έρευνες ήταν η Ahnenerbe (κατά λέξη: κληρονομιά των προγόνων), Εταιρεία για τη Μελέτη και τη Γνώση της Γερμανικής Προγονικής Κληρονομιάς, με επικεφαλής τον ίδιο τον αρχηγό των SS, Χάινριχ Χίμλερ. Μέσω ανασκαφών, ελέγχου μουσείων και μεταφοράς αρχαιοτήτων, το Γ΄ Ράιχ εξασφάλιζε ταυτόχρονα επιστημονικό κύρος και πολιτική-φυλετική προπαγάνδα.
Η έκθεση του 1946 αναφέρει ότι σε πολλές περιοχές της χώρας πραγματοποιήθηκαν αυθαίρετες ανασκαφές, επιθεωρήσεις αρχαιολογικών χώρων χωρίς άδεια, μετακινήσεις αρχαιοτήτων και παραβιάσεις αποθηκών αρχαιολογικού υλικού. Αν και οι εκτενέστερες περιπτώσεις καταγράφονται στην Κρήτη και τη Μακεδονία, η Βοιωτία περιλαμβάνεται στις περιοχές όπου η Αρχαιολογική Υπηρεσία δήλωνε ότι «ἡ παρακολούθησις τῶν ἀρχαιοτήτων κατέστη ἀδύνατος» εξαιτίας της κατοχικής αποδιοργάνωσης. Η στρατηγική σημασία της Βοιωτίας, ως βασικού άξονα επικοινωνίας μεταξύ Αθήνας και βόρειας Ελλάδας, επέτεινε τη στρατιωτική παρουσία και συνεπώς την πίεση πάνω σε αρχαιολογικούς χώρους και αποθήκες αρχαιοτήτων.
Η Κωπαΐδα και οι παράνομες ανασκαφές
Το κωπαϊδικό πεδίο αποτελούσε ήδη από τις αρχές του 20ού αιώνα έναν από τους σημαντικότερους χώρους προϊστορικής έρευνας στην Ελλάδα λόγω των μυκηναϊκών εγκαταστάσεων, των αρχαίων υδραυλικών έργων και των συνεχών ευρημάτων που αποκαλύπτονταν από τις αποστραγγίσεις.
Σύμφωνα με μεταπολεμικές υπηρεσιακές αναφορές που ενσωματώθηκαν στη νεότερη έρευνα του Β. Πετράκου, Γερμανοί αρχαιολόγοι και στρατιωτικοί πραγματοποίησαν αυθαίρετες έρευνες και συλλογές αρχαιοτήτων στην περιοχή.

Η γερμανική προϊστορική σχολή είχε επιδείξει ζωηρό ενδιαφέρον για τη μυκηναϊκή Βοιωτία ήδη πριν από τον πόλεμο. Κατά την Κατοχή, το ενδιαφέρον αυτό ενισχύθηκε από την πρακτική δυνατότητα πρόσβασης στους χώρους μέσω της στρατιωτικής παρουσίας. Στην έκθεση της Ελληνικής Αρχαιολογικής Υπηρεσίας του 1946 δηλώνεται ρητώς η παράνομη ανασκαφή από Γερμανό αρχαιολόγο σε σπήλαιο της Κωπαΐδας και η μεταφορά ευρημάτων στη Γερμανία και «εἰς τὸ ἐν Ἀθήναις Γερμανικὸν Ἀρχαιολογικὸν Ἰνστιτοῦτον». Πιθανότατα αφορά στην ανασκαφή της βραχοσκεπής Σεϊντί, στην περιοχή της Αλιάρτου, χωρίς όμως να κατονομάζεται η θέση ή ο αρχαιολόγος. Παράνομες ανασκαφές τάφων στην περιοχή της Κωπαΐδας έγιναν και από τον S. Lauffer, έφεδρο αξιωματικό τότε του γερμανικού στρατού, ο οποίος διεξήγαγε έρευνες σε διάφορα μέρη ανά τον ελλαδικό χώρο και, μετά τη λήξη του πολέμου, συνέχισε την καριέρα του ως καθηγητής Αρχαίας Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου.
Οι ανασκαφές στη βραχοσκεπή Σεϊντί και η αποκάλυψη της παλαιολιθικής Βοιωτίας
Η βραχοσκεπή Σεϊντί, που βρίσκεται στην περιοχή της Αλιάρτου στη Βοιωτία, κοντά στις νότιες όχθες της αρχαίας λίμνης Κωπαΐδας, αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους αρχαιολογικούς σταθμούς στην Ελλάδα. Οι ανασκαφικές έρευνες που πραγματοποιήθηκαν στον χώρο αυτό στα μέσα του 20ού αιώνα άλλαξαν ριζικά τον επιστημονικό χάρτη της χώρας, προσφέροντας για πρώτη φορά αδιαμφισβήτητα στοιχεία για την ύπαρξη ανθρώπινης παρουσίας κατά την Εποχή των Παγετώνων.

Μέχρι τότε, η επικρατούσα άποψη στην ελληνική επιστημονική κοινότητα ήθελε τον ελλαδικό χώρο ακατοίκητο πριν από τη Νεολιθική εποχή. Η πρώτη ανασκαφική απόπειρα έγινε κάτω από τις εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες της γερμανικής Κατοχής, από τον Γερμανό αρχαιολόγο και αξιωματικό Rudolf Stampfuss και είχε διάρκεια μόλις λίγων ημερών, από τις 20 έως τις 29 Οκτωβρίου 1941.
Κατά το διάστημα αυτό, ο Stampfuss φιλοξενήθηκε στην Αλίαρτο από τον Πολυχρονάκο, ανώτερο στέλεχος της επιταγμένης αγγλικής Εταιρείας Κωπαΐδος, και τη σύζυγό του. Στα σημειωματάριά του, ο Stampfuss αναφέρεται με ιδιαίτερα θερμά λόγια στη φιλοξενία και στους τέσσερις Έλληνες εργάτες της εταιρείας που επιστρατεύθηκαν για την έρευνα. Αν και ανεκπαίδευτοι, ο Γερμανός εξαίρει την εργατικότητα, την προσοχή και τη μοναδική τους δεξιοτεχνία στο να σκάβουν το σκληρό έδαφος και να ξεχωρίζουν από τα χαλίκια άφθονα λίθινα εργαλεία, όπως λεπτές λεπίδες από πυριτόλιθο, τα οποία απέδωσε στην Ανώτερη Παλαιολιθική περίοδο.
Μετά την ολοκλήρωση της σύντομης αυτής έρευνας, τα ευρήματα είχαν μια διαφορετική και περιπετειώδη μεταγενέστερη τύχη. Ο Stampfuss διαίρεσε το υλικό, παραδίδοντας ένα μέρος του στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θηβών, ενώ το υπόλοιπο τμήμα το μετέφερε μαζί του επιστρέφοντας στη Γερμανία, με σκοπό την περαιτέρω επιστημονική μελέτη του στο Πανεπιστήμιο του Φράιμπουργκ. Η δημοσίευσή του στο περιοδικό Mannus (1942) αποτέλεσε την πρώτη επιστημονική καταγραφή της παλαιολιθικής κατοίκησης στη θέση αυτή.
Δεκαπέντε χρόνια αργότερα, το 1955, η Γερμανίδα αρχαιολόγος Elisabeth Schmid εντόπισε τυχαία το μεγαλύτερο τμήμα των τεχνουργημάτων από πυριτόλιθο της συλλογής Stampfuss, αποθηκευμένο στο Ινστιτούτο Προϊστορίας και Πρωτοϊστορίας του Φράιμπουργκ. Το 1956 ήρθε στην Ελλάδα και πραγματοποίησε μια νέα, σύντομη ανασκαφή μικρής κλίμακας στο Σεϊντί, διάρκειας λίγων εβδομάδων. Εφαρμόζοντας συστηματική στρωματογραφική μέθοδο, η Schmid επιβεβαίωσε την ακολουθία των στρωμάτων και, μέσω της ανάλυσης των ιζημάτων, απέδειξε ότι το πολιτισμικό στρώμα δημιουργήθηκε προς τα τέλη της Βουρμίου παγετώδους περιόδου. Λίγο αργότερα, το 1961, η Schmid πραγματοποίησε ένα δεύτερο ταξίδι στην Ελλάδα ειδικά για να μελετήσει στο Μουσείο Θηβών και το άλλο τμήμα της αρχικής συλλογής, το οποίο αποτελούνταν από 647 παλαιολιθικά και νεολιθικά λίθινα εργαλεία.
Συνολικά, τα ευρήματα του Σεϊντί χρονολογούνται στην Ωρινάκια και στην Ανώτερη Γραβέττια / Επιγραβέττια πολιτισμική φάση, προς το τέλος της Εποχής των Παγετώνων (περίπου 32.000 -15.000 χρόνια πριν από σήμερα). Εκτός από τις
λιθοτεχνίες (ξέστρα, αιχμές, γλυφίδες), ήρθαν στο φως ίχνη φωτιάς και
θραύσματα οστών από πλειστοκαινική πανίδα. Μεταξύ αυτών, αναγνωρίστηκαν για πρώτη φορά στην Ελλάδα κατάλοιπα αίγαγρου και πλειστοκαινικού ημιόνου, στοιχεία που αποκαλύπτουν πως το στεπικό περιβάλλον τής τότε Βοιωτίας αποτελούσε ιδανικό πεδίο κυνηγιού για τους πρώτους κυνηγούς τροφοσυλλέκτες.
Η σημασία των ανασκαφών στο Σεϊντί είναι θεμελιώδης. Παρά το γεγονός ότι οι πολιτικές συγκυρίες της Κατοχής, η γεωγραφική διασπορά του υλικού μεταξύ Ελλάδας και Γερμανίας, αλλά και η μεταπολεμική εστίαση της ελληνικής αρχαιολογίας στην κλασική περίοδο καθυστέρησαν την πλήρη αξιοποίηση της θέσης, το Σεϊντί παραμένει ένας αναμφισβήτητος επιστημονικός φάρος που άνοιξε τον δρόμο για τη διερεύνηση της απώτατης προϊστορίας μας.
Η Θήβα κατά την Κατοχή
Η Θήβα, μία από τις σημαντικότερες πόλεις της μυκηναϊκής και κλασικής Ελλάδας, υπέστη κυρίως έμμεσες αλλά σοβαρές συνέπειες από την Κατοχή. Στην έκθεση του 1946 αναφέρονται επιτάξεις χώρων, προβλήματα φύλαξης αποθηκών και αδυναμία συστηματικής εποπτείας των αρχαιολογικών συλλογών.
Η Θήβα βρισκόταν πάνω στον κύριο στρατιωτικό και συγκοινωνιακό άξονα της χώρας, γεγονός που αύξανε τη διέλευση στρατευμάτων και την παρουσία γερμανικών υπηρεσιών στην περιοχή. Σύμφωνα με μεταγενέστερες ερμηνείες, η συνεχής στρατιωτική κινητικότητα αύξησε σημαντικά τον κίνδυνο μικροκλοπών και ανεξέλεγκτης πρόσβασης στους αρχαιολογικούς χώρους.
Συγκεκριμένα, η έκθεση του 1946 αναφέρει: «Ἐκτεταμένη καὶ θρασυτάτη ἦτο ἡ διάρρηξις καὶ κλοπὴ τοῦ Μουσείου Θηβῶν, ἥτις ἐγένετο τὴν 29ην Ἀπριλίου 1941. Πολλαὶ ἀρχαιότητες διηρπάγησαν καὶ πολλαὶ φθοραὶ ἐγένοντο εἰς ἄλλας, καθὼς ἐπίσης καὶ ζημίαι πάσης φύσεως, ἡ ἀπαρίθμησις τῶν ὁποίων εἶναι δύσκολος.» Μεταξύ των ευρημάτων που αφαιρέθηκαν από το μουσείο εκείνη την ημέρα από τους Γερμανούς ήταν και τρία υστεροελλαδικά (ΙΙΙ) πήλινα αγγεία, δύο υστεροελλαδικά (ΙΙΙ) πήλινα ειδώλια, ένας ρωμαϊκός πήλινος λύχνος και ένα μερικώς σωζόμενο γυναικείο ειδώλιο, όλα ευρήματα προερχόμενα από την περιοχή της Λιβαδειάς.

Οι ιταλικές δυνάμεις κατοχής είχαν και εκείνες τη λεία τους από τους θησαυρούς του μουσείου. Κάθε διαδοχική ομάδα στρατιωτών που διέμενε στους χώρους του μουσείου αποχωρούσε με τεμάχια αγγείων που φυλάσσονταν στον μεσαιωνικό πύργο. Μόνο που, λόγω της κατάστασης που επικρατούσε, η ανακάλυψη και καταγραφή τους ήταν αδύνατη.
Όπως προκύπτει από την έκθεση του 1946, με εντολή του Ιταλού διοικητή Θηβών, προκειμένου να εγκατασταθούν στον χώρο του μουσείου εκατό περίπου Ιταλοί στρατιώτες, ολόκληρο το περιεχόμενο των αποθηκών του μουσείου μεταφέρθηκε με τα χέρια, χωρίς καμία μηχανική βοήθεια, από μη ειδικευμένους εργάτες και στρατιώτες μέσα σε μία μόνο ημέρα. Τα κιβώτια διαλύονταν, το περιεχόμενό τους κατεθραύετο από την πτώση και, εκτός των άλλων, η βεβιασμένη μετακίνηση είχε ως αποτέλεσμα την αποσυσχέτιση και σύγχυση των ευρημάτων. Πολύτιμες επιγραφές καταστράφηκαν ολοσχερώς ή έπαθαν ανεπανόρθωτες φθορές. Κάποιες δε από τις αρχαιότητες του περιβόλου του μουσείου χρησιμοποιήθηκαν από τους Ιταλούς κατακτητές για τη λειτουργία των μαγειρείων τους. Επιπροσθέτως, κατά την περίοδο της διαμονής τους, αλλά και κατά την αποχώρηση μονάδων για να αντικατασταθούν από άλλες, οι Ιταλοί λεηλατούσαν πολλαπλώς το μουσείο: αφαιρούσαν ηλεκτρικούς λαμπτήρες, υδραυλικές εγκαταστάσεις, ακόμα και θυρόφυλλα παραθύρων.
Δεν είναι όμως λίγες και οι περιπτώσεις γενικότερων καταστροφών από τα κατοχικά στρατεύματα που καταγράφονται στην διαφωτιστική έκθεση του 1946. Τον Απρίλιο του 1941 μπροστά από τον μεσαιωνικό πύργο –που δεσπόζει σήμερα στο προαύλιο του μουσείου της Θήβας– , Γερμανοί στρατιώτες έριξαν στην πυρά δύο επιγραφές και κατέστρεψαν άλλες, ενώ το καλοκαίρι του 1944 οι Γερμανοί άνοιξαν καταφύγια μέσα στον χώρο του Καδμείου.
Ορχομενός και γερμανικό αρχαιολογικό ενδιαφέρον
Ο Ορχομενός υπήρξε από τους σημαντικότερους χώρους της μυκηναϊκής Βοιωτίας. Ο θολωτός τάφος του Μινύα και η ακρόπολη του Ορχομενού θεωρούνταν ήδη από τον 19ο αιώνα κορυφαία μνημεία της μυκηναϊκής Ελλάδας, γι’ αυτό και ήταν ιδιαιτέρως σημαντικά για τη γερμανική προϊστορική αρχαιολογία. Η σημασία τους εξηγεί γιατί ο Ορχομενός αποτέλεσε αντικείμενο συστηματικής κατοχικής παρακολούθησης, ακόμη και όταν δεν υπάρχουν αποδείξεις εκτεταμένης μεταφοράς ευρημάτων. Στις μεταπολεμικές εκθέσεις καταγράφονται επισκέψεις Γερμανών αξιωματικών, φωτογραφήσεις και επιθεωρήσεις μνημείων χωρίς άδεια, ιδίως σε χώρους μυκηναϊκού ενδιαφέροντος.

Αξιοσημείωτο είναι ότι το 1944 οι Γερμανοί χρησιμοποιούσαν το κάστρο πάνω από τον Ορχομενό ως στόχο βολής πυροβολικού και εξαιτίας του γεγονότος αυτού γκρεμίστηκε μέρος του δυτικού του τείχους.
Λοιπή Βοιωτία και καταστροφές από τις κατοχικές δυνάμεις
Αντίστοιχες επιδρομές με αυτές που αναφέρθηκαν παραπάνω έγιναν σε μουσεία και αρχαιολογικούς χώρους σε όλη τη Βοιωτία. Από το μουσείο της Χαιρώνειας στις 13 Μαΐου του 1941 κλάπηκαν μεταξύ άλλων και όλα τα ευρήματα από τις ανασκαφές των αρχαίων Αβών (Έξαρχος). Όπως καταγράφεται στην έκθεση, οι Γερμανοί ανάγκασαν Έλληνες μάρτυρες να βεβαιώσουν την αθωότητά τους για τις κλοπές αυτές, την ίδια στιγμή που ένα από τα κλαπέντα ευρήματα βρέθηκε στον καταυλισμό τους. Εκτεταμένες ήταν όμως οι καταστροφές που επέφεραν οι κατακτητές και στην ευρύτερη περιοχή, καθώς κατέστρεψαν επιγραφές που βρίσκονταν στον περίβολο του μουσείου της Χαιρώνειας, ενώ Γερμανοί στρατιώτες κατά τη διαμονή τους εκεί έκοψαν περί τα 100 κυπαρίσσια.

Χαιρώνεια – Retour en Grèce – ANTOINE BON (1938)
Από την έκθεση προκύπτει ότι στη Λιβαδειά κατά την Κατοχή λειτουργούσε ειδική αίθουσα με αρχαιολογική συλλογή, στην οποία οι Ιταλοί εγκατέστησαν συνεργείο ποδηλάτων, το οποίο διατήρησαν στη συνέχεια και οι Γερμανοί κατακτητές.
Στο Σχηματάρι κατεδάφισαν τον μεσαιωνικό πύργο, χτισμένο από αρχαία υλικά (ανάγλυφα, επιγραφές κλπ.). Ολοσχερής ήταν και η καταστροφή μεσαιωνικού πύργου στα Οινόφυτα. Την περίοδο της Γερμανικής Κατοχής πυρπολήθηκε επίσης η Μονή Οσίου Σεραφείμ Δομβούς, χτισμένη το 1598.
26 Αυγούστου του 1943 γερμανικά αεροπλάνα βομβάρδισαν τη Μονή του Οσίου Λουκά με δεκαεπτά βόμβες. Από τον βομβαρδισμό καταστράφηκε η κεράμωση του θόλου και έγιναν εκτεταμένες ζημιές στις στέγες των ναών και της τραπέζης της Μονής, ενώ έσπασαν όλα τα τζάμια με τα πλαίσιά τους.
Καταστροφές αρχαιοτήτων καταγράφονται την ίδια περίοδο και στο μουσείο της Τανάγρας. Τον Απρίλιο του 1941, Γερμανοί στρατιώτες, οι οποίοι είχαν επιτάξει το μουσείο και διέμεναν σε αυτό, προσπάθησαν να αφαιρέσουν αντικείμενα από τη συλλογή του. Όταν ο φύλακας διαμαρτυρήθηκε, τον οδήγησαν έξω από το μουσείο, με αποτέλεσμα να καταστεί αδύνατη η ακριβής καταγραφή των κλοπών. Την ίδια περίοδο οι Γερμανοί κατέκαυσαν τις πόρτες και τα παράθυρα του μουσείου, καθώς και μέρος της στέγης του φυλακίου.
Μικρά τεμάχια από τις ανασκαφές στους Δελφούς (κατά την περίοδο της Κατοχής ανήκε στο Νομό Φθιωτιδοφωκίδος) αφαιρούνταν συστηματικά και, όπως αναφέρεται στην έκθεση, ο Γερμανός αρχαιολόγος Kübler συνοδευόμενος από Γερμανούς αξιωματικούς αφαίρεσε στις 10 Ιουλίου 1941 τρία γλυπτά μάρμαρα από την περιοχή της Μαρμαριάς (χώρος όπου βρίσκεται ο Ναός της Αθηνάς Προναίας).
Στη γειτονική περιοχή της Τιθορέας (επίσης ανήκε στον Νομό Φθιώτιδοδωκίδος) δίπλα στον σιδηροδρομικό σταθμό, Γερμανοί που εκτελούσαν σκαπτικές εργασίες, έφεραν στην επιφάνεια είκοσι αρχαίους τάφους, το περιεχόμενο των οποίων «δεν παραδόθηκε ποτέ και σε κανέναν».
1η Δεκεμβρίου του 1942 οι Ιταλοί κατέκαυσαν τη Μονή της Αγίας Τριάδος Κιθαιρώνα, αφού πρώτα έκλεψαν ένα λιθοκόλλητο κιβώτιο και έναν σταυρό.
Η γερμανική Kunstschutz και η ελληνική απάντηση
Ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία της έρευνας που παρατίθενται στο πρόσφατο έργο του Β. Χ. Πετράκου, Το Παρελθόν σε δεσμά (2021), είναι η δημοσίευση εγγράφων της Kunstschutz, της Γερμανικής Υπηρεσίας Προστασίας Έργων Τέχνης και Μνημείων στην Ελλάδα. Επικεφαλής της ήταν ο αρχαιολόγος Wilhelm Kraiker, ο οποίος μετά τον πόλεμο επιχείρησε να παρουσιάσει τη γερμανική παρουσία ως «προστατευτική» για τα ελληνικά μνημεία. Η ελληνική πλευρά αντιμετώπισε με μεγάλη επιφύλαξη αυτές τις απολογίες. Ο Β. Πετράκος αναλύει και αντικρούει συστηματικά τις γερμανικές θέσεις, υποστηρίζοντας ότι:
- η γερμανική αρχαιολογική δραστηριότητα συνδέθηκε άμεσα με την κατοχική εξουσία
- η άνιση σχέση δύναμης ακύρωνε κάθε έννοια «επιστημονικής ουδετερότητας»
- η ίδια η παρουσία κατοχικών στρατευμάτων δημιούργησε τις συνθήκες λεηλασίας και καταστροφής αρχαιοτήτων
Επί παραδείγματι, Το Ελληνικό Υπουργείο Θρησκευμάτων και Εθνικής Παιδείας απέστειλε το 1942 στην ειδική Γερμανική Υπηρεσία Προστασίας Έργων Τέχνης και Μνημείων την υπ’ αριθμ. 36260/1198-13/7/42 επιστολή με την οποία απευθύνει έκκληση για την τήρηση των αρχαιολογικών νόμων. Η Kunstschutz την επέστρεψε ως απαράδεκτη. Αυτή είναι μία μόνο από τις πλείστες επιστολές και εκκλήσεις που το ελληνικό υπουργείο απηύθυνε στις κατοχικές αρχές εν καιρώ πολέμου.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η μεταπολεμική συζήτηση γύρω από το άρθρο του Roland Hampe στο περιοδικό Gnomon (1950), όπου επιχειρήθηκε να αμφισβητηθεί η έκταση των γερμανικών ευθυνών. Η ελληνική αρχαιολογική κοινότητα απάντησε έντονα, θεωρώντας ότι τέτοιες προσεγγίσεις υποβάθμιζαν την πραγματική κατάσταση που επικράτησε στην Ελλάδα κατά την περίοδο της Κατοχής.
Από την έκθεση του 1946 στο σήμερα
Η έκθεση Ζημίαι των Αρχαιοτήτων εκ του Πολέμου και των Στρατών Κατοχής του 1946, η οποία συντάχθηκε για πολιτικούς και διπλωματικούς λόγους, αποτελεί μέχρι και σήμερα ένα από τα σημαντικότερα ντοκουμέντα για την ιστορία της πολιτιστικής καταστροφής και αρπαγής αρχαιοτήτων στην Ελλάδα κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, βοηθώντας στην κατανόηση μιας σκοτεινής πτυχής της Κατοχής. Παρά τη συνοπτική και υπηρεσιακή της μορφή, καταγράφει: καταστροφές μουσείων, κλοπές αρχαιοτήτων, παράνομες ανασκαφές, στρατιωτικές επιτάξεις, την αποδιοργάνωση της ελληνικής αρχαιολογικής προστασίας.
Η Θήβα, ο Ορχομενός, η Κωπαΐδα και αρκετές ακόμη πόλεις της Βοιωτίας βρέθηκαν στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος των κατακτητών, και δη των Γερμανών, λόγω της τεράστιας αρχαιολογικής και ιδεολογικής σημασίας τους για τη γερμανική προϊστορική έρευνα. Παρότι δεν διαφαίνεται οργανωμένη και θεαματική λεηλασία αντίστοιχη με εκείνη της Κνωσού ή της Ολυμπίας, η πολιτιστική καταστροφή και λεηλασία της Βοιωτίας κατά την περίοδο της Κατοχής δεν περιορίστηκε μόνο στις κλοπές μουσείων. Συχνά εκδηλώθηκε με πιο «σιωπηλές» μορφές: ανεξέλεγκτες επισκέψεις, αυθαίρετες ανασκαφές, αφαίρεση μικροευρημάτων και εκμετάλλευση της κατάρρευσης των κρατικών μηχανισμών προστασίας.
Συνεχίζει βεβαίως να προβληματίζει το γεγονός ότι παρότι η έκθεση συντάχθηκε με την προοπτική να αποτελέσει τόσο ιστορικό τεκμήριο όσο και βάση για μελλοντικές ελληνικές αξιώσεις αποζημιώσεων και επαναπατρισμού αρχαιοτήτων, καμία οργανωμένη προσπάθεια διεκδίκησης δεν υπήρξε μέχρι σήμερα πλην της αποστολής του Σπυρίδωνα Μαρινάτου σε Ιταλία, Γερμανία και Αυστρία το 1948.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Díaz-Andreu, M. (2007) A World History of Nineteenth-Century Archaeology. Οξφόρδη: Oxford University Press.
Hampe, R. (1950) Review of Ζημίαι των Αρχαιοτήτων εκ του Πολέμου και των Στρατών Κατοχής, Gnomon, 22.
Kraiker, W. (2021) Der Kunstschutz in Griechenland, στο Πετράκος, Β.Χ. (επιμ.) Ζημίαι των Αρχαιοτήτων εκ του Πολέμου και των Στρατών Κατοχής. Αθήνα: Εν Αθήναις Αρχαιολογική Εταιρεία.
Marchand, S.L. (1996) Down from Olympus: Archaeology and Philhellenism in Germany, 1750–1970. Πρίνστον Ν.Τζ.: Princeton University Press.
Βαρβαρούσης, Π. (2013) Σεϊντί: Παλαιολιθική κατοίκηση στη Βοιωτία. Αθήνα: Εκδόσεις Παπαζήση
Πετράκος, Β.Χ. (επιμ.) (2021) Ζημίαι των Αρχαιοτήτων εκ του Πολέμου και των Στρατών Κατοχής. Αθήνα: Εν Αθήναις Αρχαιολογική Εταιρεία.
Υπουργείον Θρησκευμάτων και Εθνικής Παιδείας (1946) Ζημίαι των Αρχαιοτήτων εκ του Πολέμου και των Στρατών Κατοχής. Αθήνα: Υπουργείον Θρησκευμάτων και Εθνικής Παιδείας.
ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΦΩΤΟ: Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. 1940-1941. Απόκρυψη μαρμάρινων γλυπτών σε λάκκο σε αίθουσα του Μουσείου πριν την γερμανική εισβολή.
