Γράφει η Πάνσυ Γιαφέντη
Η νίκη του φοιτητικού κινήματος στις σερβικές εκλογές αναζωπυρώνει μια ελπίδα που έμοιαζε να έχει σβήσει στην Ευρώπη. Την ελπίδα οι πολίτες να μην αισθάνονται καταδικασμένοι να επιλέγουν ανάμεσα σε φθαρμένα κόμματα και προσωποκεντρικά σχήματα. Σηματοδοτεί, επιπλέον, μια αλλαγή πολιτικού παραδείγματος, όπου η κοινωνία μπορεί να αυτοοργανωθεί, να αμφισβητήσει την εξουσία και να διεκδικήσει τη διακυβέρνηση, χωρίς να εγκαταλείψει τον έλεγχο εκείνων που αναλαμβάνουν να την εκπροσωπήσουν.
Η σύγκριση με την Ελλάδα, και ιδιαίτερα με την προσπάθεια πολιτικής έκφρασης της κοινωνικής οργής μετά τα Τέμπη μέσω του Κινήματος για την Ελευθερία της Μαρίας Καρυστιανού, είναι αναπόφευκτη. Οι δύο περιπτώσεις εκκινούν από παραπλήσια αφετηρία, ακολουθούν όμως διαφορετικές διαδρομές. Στη Σερβία, το συλλογικό κίνημα κατάφερε να μετατραπεί σε πολιτική δύναμη. Στην Ελλάδα, ένα ισχυρό κοινωνικό σύμβολο δυσκολεύεται να εδραιώσει έναν βιώσιμο πολιτικό φορέα.
Στη Σερβία, καταλύτης ήταν η τραγωδία του Νόβι Σαντ, τον Νοέμβριο του 2024, όταν η κατάρρευση ενός στεγάστρου στον σιδηροδρομικό σταθμό κόστισε τη ζωή σε 16 ανθρώπους. Η οργή δεν περιορίστηκε στη θλίψη ούτε εξαντλήθηκε σε μια απαίτηση για απόδοση ευθυνών. Οι φοιτητές συνέδεσαν την τραγωδία με το ευρύτερο πρόβλημα της διαφθοράς, της αδιαφάνειας, της κομματικοποίησης του κράτους και της απουσίας λογοδοσίας. Και, κυρίως, δεν περίμεναν να εμφανιστεί ένας χαρισματικός ηγέτης για να τους εκπροσωπήσει. Οργάνωσαν συνελεύσεις, κινητοποιήσεις, καταλήψεις και αποκεντρωμένες δράσεις, διεύρυναν την κοινωνική τους απήχηση και έδωσαν στο κίνημα διάρκεια. Η δύναμή τους δεν στηρίχθηκε σε μια ενιαία ιδεολογία, αλλά σε κοινά αιτήματα που μπορούσαν να ενώσουν πολίτες με διαφορετικές πολιτικές αφετηρίες. Η εκλογική τους νίκη, όπως περιγράφεται στις σχετικές αναφορές, αποτελεί το αποκορύφωμα αυτής της διαδρομής, όχι το τέλος της.
Τα 11 σημεία στο πρόγραμμα του κινήματος Φοιτητική Λίστα σηματοδοτούν τη μετάβαση από τη διαμαρτυρία στη θεσμική διεκδίκηση. Η αντιμετώπιση της διαφθοράς, η απομάκρυνση αξιωματούχων που φέρονται να παραβίασαν τους κανόνες κατά την καταστολή των κινητοποιήσεων, η απελευθέρωση της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης από τον πολιτικό έλεγχο και ο τερματισμός των κομματικών διορισμών στον δημόσιο τομέα δεν είναι απλώς υποσχέσεις αλλαγής κυβέρνησης. Συνιστούν μια προσπάθεια αλλαγής του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί το κράτος. Οι φοιτητές, μάλιστα, δεν επιδίωξαν κατ’ ανάγκην να καταλάβουν οι ίδιοι τις θέσεις εξουσίας. Αναζήτησαν ανθρώπους που θα αναλάμβαναν να υλοποιήσουν τις δεσμεύσεις τους, διατηρώντας για το κίνημα τον ρόλο του ελεγκτή.
Στην Ελλάδα, η κινητοποίηση για τα Τέμπη ανέδειξε μια αντίστοιχη βαθιά δυσπιστία απέναντι στους θεσμούς. Εκατομμύρια πολίτες συμμετείχαν σε διαδηλώσεις ή υποστήριξαν το αίτημα για δικαιοσύνη και λογοδοσία. Η Καρυστιανού, ως μητέρα θύματος, απέκτησε ισχυρό συμβολικό κεφάλαιο, το οποίο μπορούσε να ενώσει ανθρώπους πολύ διαφορετικών πολιτικών πεποιθήσεων. Ωστόσο, η μετάβαση από αυτό το κοινό αίτημα σε έναν πολιτικό φορέα αποδείχθηκε πολύ δυσκολότερη. Όταν η κοινωνική διαμαρτυρία μετατρέπεται σε κομματικό εγχείρημα, προκύπτουν αναπόφευκτα ερωτήματα για την οικονομία, τα δικαιώματα, την εξωτερική πολιτική, τη στελέχωση και τη λειτουργία των θεσμών. Οι διαφορετικές απαντήσεις διαιρούν εκείνους που προηγουμένως ενώνονταν γύρω από ένα κοινό αίτημα. Παράλληλα, οι δημόσιες διαφωνίες, οι οργανωτικές δυσκολίες και οι αποχωρήσεις στελεχών υπονόμευσαν την εικόνα μιας συμπαγούς νέας πολιτικής δύναμης.
Η ουσιαστική διαφορά δεν βρίσκεται στην αποφασιστικότητα των Σέρβων ούτε σε κάποια υποτιθέμενη πολιτική αδυναμία των Ελλήνων. Η διαφορά εντοπίζεται στον φορέα και στην οργάνωση. Στη Σερβία, η νεολαία, όχι απλώς ως μαζική βάση του κινήματος αλλά ως κινητήρια δύναμή του, του προσέδωσε ορμή. Επιχείρησε και κατάφερε να διατηρήσει τη συλλογικότητά του και να δώσει στα αιτήματά του θεσμική και πολιτική υπόσταση με συγκεκριμένες δεσμεύσεις και μηχανισμούς ελέγχου. Στην ελληνική περίπτωση, η πολιτική προοπτική συνδέθηκε πολύ περισσότερο με ένα πρόσωπο και τη δημιουργία ενός ακόμη κόμματος χωρίς να έχει προηγηθεί η αντίστοιχη με τη σερβική συγκρότηση ενός σταθερού, συλλογικού φορέα, αλλά και με τη νεολαία απούσα από το εγχείρημα. Η σερβική εμπειρία, βέβαια, δεν εγγυάται ότι οι υποσχέσεις θα υλοποιηθούν. Η νίκη της Studentska Lista είναι η αρχή μιας δυσκολότερης δοκιμασίας και μένει να αποδειχθεί ότι η εξουσία μπορεί πράγματι να λογοδοτεί στην κοινωνία.
Αυτό που σίγουρα μπορεί να λειτουργήσει ως μάθημα για την Ελλάδα είναι η δυσκολία να μετατραπεί η δυναμική ενός κινήματος από τα κάτω σε μια συγκροτημένη και βιώσιμη πολιτική δύναμη. Το ίδιο ερώτημα είχε τεθεί και την εποχή των μνημονίων, όταν οι Αγανακτισμένοι εξέφρασαν μια ευρεία κοινωνική δυσαρέσκεια, χωρίς αυτή να αποκτήσει σταθερή και αυτοτελή πολιτική έκφραση. Γιατί η κοινωνική οργή μπορεί να ανοίξει τον δρόμο, αλλά δεν αρκεί για να τον διανύσει. Χρειάζεται συλλογική οργάνωση, ένα κοινό πολιτικό σχέδιο με συγκεκριμένες δεσμεύσεις, δημοκρατικές διαδικασίες και πολίτες που δεν παραδίδουν την πολιτική τους δύναμη σε έναν εκπρόσωπο, αλλά διατηρούν το δικαίωμα να τον ελέγχουν. Ένα κίνημα από τα κάτω πετυχαίνει πραγματικά όχι όταν βρίσκει απλώς κάποιον να μιλήσει στο όνομά του, αλλά όταν δημιουργεί τις προϋποθέσεις ώστε κανείς να μην μπορεί να ιδιοποιηθεί τη φωνή του.
