ΕΡΕΥΝΑ
Πάνσυ Γιαφέντη – Δημήτρης Λάμπρου
Το σημερινό 1ο Γυμνάσιο είναι το σχολικό συγκρότημα που στέγασε για 50 περίπου χρόνια τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση της Λιβαδειάς και της επαρχίας της. Ως κτίριο καθαυτό αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της διπλής μεταρρυθμιστικής τομής που συντελέστηκε στην Ελλάδα κατά την περίοδο 1928-1932: πρώτον, της εκπαιδευτικής αναδιοργάνωσης της χώρας και δεύτερον, της εισαγωγής των αρχών της μοντέρνας αρχιτεκτονικής στον σχεδιασμό των δημόσιων σχολικών κτιρίων.
Ενταγμένο στο ευρύτερο πρόγραμμα σχολικής στέγης της κυβέρνησης του Ελευθέριου Βενιζέλου, το οποίο υλοποιήθηκε υπό την ευθύνη του Υπουργείου Θρησκευμάτων και Παιδείας με υπουργούς διαδοχικά τον Κωνσταντίνο Γόντικα (1928-29) και τον Γεώργιο Παπανδρέου (1930-32),
από τον οποίο τα νέα διδακτήρια έμειναν γνωστά ως «σχολεία Παπανδρέου», το κτίριο του 1ου Γυμνασίου εκφράζει την αντίληψη ότι η εκπαίδευση και οι υλικές υποδομές της αποτελούν βασικές προϋποθέσεις κοινωνικού εκσυγχρονισμού, εκδημοκρατισμού και εθνικής ανασυγκρότησης.
Θεμελιώθηκε το 1932, σε μια περίοδο κατά την οποία το ελληνικό κράτος προσπαθούσε να αντιμετωπίσει τις εκπαιδευτικές ελλείψεις και τις κοινωνικές ανισότητες.
Η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση έθεσε τις βάσεις για την αναδιάρθρωση των βαθμίδων εκπαίδευσης και συνοδεύτηκε από ένα πρωτοφανές πρόγραμμα ανέγερσης σχολικών διδακτηρίων σε ολόκληρη τη χώρα. Παράλληλα, η αρχιτεκτονική των νέων σχολείων αποτύπωσε τη στροφή προς τη λειτουργικότητα, την απλότητα και τις αρχές του ευρωπαϊκού μοντερνισμού. Στο πλαίσιο αυτό, το 1ο Γυμνάσιο Λιβαδειάς μάς προσφέρει τη δυνατότητα να διερευνήσουμε τη συνάντηση της εκπαιδευτικής πολιτικής με την αρχιτεκτονική νεωτερικότητα, αλλά και τον ρόλο του σχολικού κτιρίου ως φορέα κοινωνικών προσδοκιών, παιδαγωγικών αντιλήψεων και αισθητικών αναζητήσεων.
Η περίοδος 1928-1932 αποτέλεσε κρίσιμη καμπή στη σύγχρονη ελληνική ιστορία καθώς η φιλοδοξία του οικονομικού και του κοινωνικού εκσυγχρονισμού συνυπήρξαν με την επιδείνωση της διεθνούς οικονομικής κρίσης. Η επάνοδος του Ελευθέριου Βενιζέλου στην εξουσία το 1928 σηματοδότησε την έναρξη ενός εκτεταμένου προγράμματος δημόσιων έργων και μεταρρυθμίσεων. Οι συνέπειες της Μικρασιατικής Καταστροφής, η προσφυγική εγκατάσταση, οι κοινωνικές ανισότητες και η οικονομική αστάθεια καθιστούσαν επιτακτική την αναδιάρθρωση του κράτους και την ενίσχυση των δημόσιων υποδομών.
Υπό αυτές τις συνθήκες, η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1929, δηλαδή η σειρά νόμων που ψήφισε η Βουλή από το 1929 έως το 1932 με κορμό τον ν. 4397/16.8.1929 για τη στοιχειώδη και τον ν. 4373/13.8.1929 για τη μέση εκπαίδευση επιδίωξε να ανταποκριθεί στις ανάγκες μιας κοινωνίας που μεταβαλλόταν ραγδαία. Ο υψηλός αναλφαβητισμός, ο θεωρητικός προσανατολισμός του εκπαιδευτικού συστήματος και η περιορισμένη σύνδεση της εκπαίδευσης με την κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα ανέδειξαν την ανάγκη συνολικών αλλαγών.
Βασικοί στόχοι ήταν η διεύρυνση της πρόσβασης στη μόρφωση, η ενίσχυση της πρακτικής εκπαίδευσης και η καλλιέργεια της γνώσης του νεοελληνικού πολιτισμού. Η μεταρρύθμιση ανασυγκρότησε την πρωτοβάθμια και τη μέση εκπαίδευση. Καθιέρωσε το εξαετές υποχρεωτικό δημοτικό σχολείο και αναδιαμόρφωσε τη δομή της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης με το εξατάξιο Γυμνάσιο και τοεξατάξιο Πρακτικό Λύκειο, ενώ από το σχολικό έτος 1929 καταργήθηκαν τα Ελληνικά Σχολεία. Παράλληλα, προωθήθηκαν τα νηπιαγωγεία, η χρήση της δημοτικής γλώσσας στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση, η συνεκπαίδευση αγοριών και κοριτσιών στο δημοτικό και η καταπολέμηση του αναλφαβητισμού μέσω νυχτερινών σχολείων. Προβλέφθηκε επίσης η ενίσχυση της τεχνικής και επαγγελματικής εκπαίδευσης. Ωστόσο, η καθιέρωση εισαγωγικών εξετάσεων
μεταξύ εκπαιδευτικών βαθμίδων και η διατήρηση της καθαρεύουσας περιόρισαν τον εκδημοκρατισμό ορισμένων αλλαγών.
Πίσω από τους πολιτικούς φορείς της μεταρρύθμισης, τη νέα εκπαιδευτική πολιτική σχεδίασαν ουσιαστικά ο Ευάγγελος Κακούρος και ο Μίλτος Κουντουράς. Ο Κακούρος, παλαιό μέλος του Εκπαιδευτικού Ομίλου, είχε ακολουθήσει την ομάδα του Δελμούζου κατά τη διάσπαση του 1927 και
θεωρείται ο κύριος εισηγητής των νομοσχεδίων του 1929. Ο Δημήτριος Γληνός, που είχε στραφεί στον μαρξισμό και είχε βρεθεί στον αντίπαλο πόλο κατά τη διάσπαση του Ομίλου, άσκησε δριμεία κριτική στα 14 νομοσχέδια Γόντικα. Στο κέντρο της αντιπαράθεσης βρέθηκε το εξατάξιο
Γυμνάσιο, ένα επιλεκτικό σχολείο με εισαγωγικές εξετάσεις που προοριζόταν για όσους θα συνέχιζαν σε ανώτερες σπουδές ενώ η πλειονότητα των μαθητών έμμεσα κατευθυνόταν στην πρακτική και επαγγελματική εκπαίδευση. Για τους υποστηρικτές του ήταν εργαλείο
εξορθολογισμού, για τον Γληνό ταξικός φραγμός. Αυτό ακριβώς το σχολείο κλήθηκε να στεγάσει το νέο κτίριο της Λιβαδειάς.
Κεντρικό εργαλείο εφαρμογής της μεταρρύθμισης υπήρξε το εκτεταμένο πρόγραμμα σχολικής στέγης. Κατά την τετραετία 1928-1932 ανεγέρθηκαν περισσότερα από 3.000 νέα σχολικά κτίρια πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Το πρόγραμμα βασίστηκε στη συνεργασία κράτους, δήμων και ιδιωτών, στην αξιοποίηση δανειακών πόρων και στην τυποποίηση των αρχιτεκτονικών σχεδίων, που επέτρεψε την ταχύτερη και οικονομικότερη κατασκευή. Σύμφωνα με τον προγραμματισμό που παρουσίασε ο Γ. Παπανδρέου τον Σεπτέμβριο του 1931, η συνολική αξία των νέων διδακτηρίων υπολογίστηκε σε 1,5 δισεκατομμύριο δραχμές (δάνειο από σουηδική εταιρεία 300 εκατομμυρίων δραχμών, κρατική ενίσχυση των δήμων και των κοινοτήτων με 330 εκατομμύρια για τα κοινοτικά σχολεία της υπαίθρου και, για το υπόλοιπο ποσό, συγχρηματοδότηση κράτους και δήμων [λεπτομέρειες σε επόμενο σημείωμα]. Η εφαρμογή του επεκτάθηκε από τα μεγάλα αστικά κέντρα έως την ύπαιθρο, τις προσφυγικές συνοικίες και τις υποβαθμισμένες περιοχές και προβίβασε το σχολείο σε μέσο κοινωνικής ένταξης και περιορισμού των ανισοτήτων.
Ταυτόχρονα, το πρόγραμμα συνέβαλε καθοριστικά στην εισαγωγή της μοντέρνας αρχιτεκτονικής στα δημόσια κτίρια. Η οργάνωση του Γραφείου Μελετών του υπουργείου Παιδείας με τη συμμετοχή νέων αρχιτεκτόνων, όπως ο Νίκος Μητσάκης και ο Πάτροκλος Καραντινός, προώθησε τον λειτουργικό σχεδιασμό, τις λιτές γεωμετρικές μορφές, τον φυσικό φωτισμό και αερισμό, καθώς και τη χρήση οπλισμένου σκυροδέματος.
Επηρεασμένοι από τον ευρωπαϊκό μοντερνισμό, τον λειτουργισμό και τις αρχές του Bauhaus, οι νέοι αρχιτέκτονες αντιμετώπισαν το σχολείο ως ανθρωποκεντρικό περιβάλλον μάθησης, υγείας και κοινωνικής ανάπτυξης. Συνολικά, η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση και το πρόγραμμα σχολικής στέγης
αποτέλεσαν αλληλένδετες όψεις του εκσυγχρονισμού της Ελλάδας του
Μεσοπολέμου.
Το 1ο Γυμνάσιο της Λιβαδειάς λογίζεται ως ο γεωμετρικός τόπος της συνάντησης των νεωτερικών παιδαγωγικών και αρχιτεκτονικών αντιλήψεων, καθώς αποτύπωσε την προσπάθεια διαμόρφωσης ενός σύγχρονου δημόσιου χώρου και ταυτόχρονα ανέδειξε τη σχολική αρχιτεκτονική σε ουσιαστικό φορέα κοινωνικής και πολιτισμικής αλλαγής.
Στην κεντρική φωτογραφία το Γυμνάσιο Λιβαδειάς βρίσκεται υπό ανέγερση, 1933.


