Γράφει η Πάνσυ Γιαφέντη
«Η λατρεία του κοινού είναι επαρκές μέτρο της καλλιτεχνικής αξίας του εκλιπόντος».
Το διάβασα ως σχόλιο κάτω από την ανάρτηση της Αφροδίτης Μάνου στο Χ για τον θάνατο του Γ. Μαζωνάκη και στάθηκα. Όχι επειδή δεν καταλαβαίνω τι λέει. Το αντίθετο. Επειδή μέσα σε μία πρόταση συμπυκνώνεται μια πολύ διαδεδομένη αντίληψη για την τέχνη. Ότι, δηλαδή, αν σε αγαπάει πολύς κόσμος, τότε αξίζεις πολύ.
Μόνο που το πλήθος που στέκεται στην ουρά για να αποχαιρετήσει έναν αγαπημένο καλλιτέχνη δεν είναι επιτροπή αξιολόγησης. Δεν ψηφίζει για το αν η φωνή του ήταν σημαντική, αν η αισθητική του υπήρξε υψηλή ή πρωτότυπη, αν το έργο του άλλαξε το είδος που υπηρετούσε ή αν θα αντέξει στον χρόνο. Πηγαίνει να αποχαιρετήσει έναν άνθρωπο ο οποίος μέσα από την τέχνη του συνδέθηκε με τη δική του ζωή. Και αυτό, ας μην το αρνηθούμε, έχει από μόνο του τεράστια σημασία. Ίσως μάλιστα πολύ μεγαλύτερη από όση μπορεί να χωρέσει σε ψύχραιμες αισθητικές αξιολογήσεις καλλιτεχνικής αξίας.
Γιατί ένας τραγουδιστής μπορεί να μην έχει αλλάξει την ιστορία της μουσικής και παρ’ όλα αυτά να έχει σημαδέψει τις ζωές εκατομμυρίων ανθρώπων. Να έχει τραγουδηθεί σε έρωτες, χωρισμούς, γιορτές, νύχτες μοναξιάς. Να έχει γίνει soundtrack μιας ολόκληρης γενιάς. Αυτό είναι από μόνο του πολιτιστικό γεγονός και δεν χρειάζεται καμία ακαδημαϊκή σφραγίδα για να αποκτήσει αξία. Αλλά, παρότι η λαϊκή αποδοχή είναι μέρος της ιστορίας ενός καλλιτέχνη, δεν είναι και το μοναδικό της μέτρο.
Το γούστο δεν είναι μια καθαρή, αμόλυντη κρίση που το κοινό διαθέτει συλλογικά και σίγουρα δεν πέφτει από τον ουρανό, όπως θα έλεγε και ο Πιερ Μπουρντιέ. Διαμορφώνεται από την κοινωνική μας θέση, την παιδεία, τις εμπειρίες μας, το πολιτισμικό περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγαλώσαμε. Αυτό που αγαπάμε λέει ίσως περισσότερα για εμάς και την κοινωνία μας, παρά για το αντικείμενο της αγάπης μας. Γι’ αυτό και η φράση «τον λάτρεψε το κοινό, άρα ήταν μεγάλος» είναι πολύ πιο προβληματική απ’ όσο ακούγεται. Αν ίσχυε, τότε η ιστορία της τέχνης θα ήταν απλή υπόθεση στατιστικής. Θα αρκούσε να μετράμε εισιτήρια, πωλήσεις, ακροαματικότητα και ουρές. Ο πιο δημοφιλής θα ήταν αυτομάτως και ο σημαντικότερος. Όμως δεν λειτουργεί έτσι η τέχνη. Υπάρχουν δημιουργοί που απορρίφθηκαν στην εποχή τους και αναγνωρίστηκαν αργότερα. Υπάρχουν άλλοι που γνώρισαν τεράστια επιτυχία και σήμερα αποτελούν υποσημείωση στην καλλιτεχνική ιστορία της εποχής τους.
Η επόμενη δυσάρεστη σκέψη γεννιέται μέσα από τις επισήμανση του Αντόρνο ότι το κοινό δεν αποφασίζει σε συνθήκες απόλυτης ελευθερίας. Υπάρχει αγορά, διαφήμιση, ραδιόφωνο, τηλεόραση, κοινωνικά δίκτυα, αλγόριθμοι, επανάληψη, μόδα. Υπάρχει ολόκληρη βιομηχανία που κάνει ορισμένα έργα ορατά και άλλα αόρατα. Το «αρέσει σε όλους» δεν είναι επομένως πάντα το ίδιο με το «είναι εξαιρετικό».
Και ύστερα έρχεται ο θάνατος, ο οποίος έχει την παράξενη δύναμη να κάνει τη μνήμη πιο γενναιόδωρη. Ξαφνικά θυμόμαστε τραγούδια που είχαμε ξεχάσει, στιγμές που είχαμε αφήσει πίσω, μια ηλικία που δεν υπάρχει πια. Δεν πενθούμε μόνο τον καλλιτέχνη, πενθούμε και εκείνο το κομμάτι της δικής μας ζωής που είχε συνδεθεί μαζί του. Γι’ αυτό το λαϊκό προσκύνημα δεν είναι κριτική επιτροπή, αλλά τελετουργία τιμής και μνήμης. Οι άνθρωποι που πήγαν να αποχαιρετήσουν τον Μαζωνάκη δεν χρειάστηκε να αποδείξουν τίποτε για την καλλιτεχνική του αξία. Με την παρουσία τους δήλωσαν κάτι αυστηρά προσωπικό, ότι ο τραγουδιστής αυτός ήταν με κάποιον τρόπο μέρος της ζωής τους. Και ίσως, τελικά, αυτό είναι και το πιο τίμιο κριτήριο. Δεν χρειάζεται να προσποιηθούμε ότι η συγκίνηση είναι αισθητική κρίση. Δεν χρειάζεται να υποτιμήσουμε το πλήθος για να υπερασπιστούμε την τέχνη. Και κυρίως δεν χρειάζεται να κάνουμε το αντίστροφο λάθος. Δηλαδή, να βαφτίσουμε την αγάπη χιλιάδων ανθρώπων απόδειξη καλλιτεχνικής αξίας.
Ο Μπουρντιέ μας έμαθε να είμαστε καχύποπτοι απέναντι στις αυτονόητες κρίσεις γούστου, ο Αντόρνο απέναντι στην εξίσωση εμπορικής επιτυχίας και ποιότητας. Κι εμείς, μπροστά σε μια ουρά ανθρώπων που περιμένουν να αποχαιρετήσουν έναν τραγουδιστή, ίσως χρειάζεται απλώς να θυμηθούμε μια απλή διάκριση, πως η ουρά μετράει την αγάπη, δεν μετράει την τέχνη. Και τα δύο έχουν αξία, απλώς δεν είναι η ίδια αξία. Το πρώτο είναι μια μαρτυρία για τον χώρο που κατέλαβε ένας καλλιτέχνης στις ζωές και τις καρδιές των ανθρώπων. Το δεύτερο είναι μια πολύ πιο δύσκολη κρίση, που δεν την αποφασίζει το πλήθος σε μια ημέρα πένθους, αλλά ο χρόνος, αν την αποφασίσει ποτέ.
