Γράφει η Πάνσυ Γιαφέντη
«Αφού η συντριπτική πλειονότητα των ειδικών συγκλίνει σε μια επιστημονική θέση, και αφού ως πολίτες δεν μπορούμε να αποδείξουμε τεκμηριωμένα το αντίθετο της θέσης αυτής, τότε η αποδοχή της αποτελεί τη μόνη ορθολογική και συνετή στάση»
Το επιχείρημα αυτό ακούγεται εύλογο. Οι δύο προκείμενές του είναι συνήθως ορθές. Η πλειονότητα των ειδικών πράγματι αποτελεί, κατά κανόνα, την πιο αξιόπιστη πηγή γνώσης. Επίσης, ο μέσος πολίτης δεν είναι σε θέση να ελέγξει ο ίδιος τα επιστημονικά δεδομένα ούτε να τα αντικρούσει με επιστημονικούς όρους. Το ζητούμενο όμως δεν είναι αν οι δύο αυτές προκείμενες είναι συνήθως αληθείς. Το ζητούμενο είναι αν από αυτές προκύπτει λογικά και αβίαστα το συμπέρασμα ότι ο πολίτης δεν έχει άλλη ορθολογική επιλογή παρά να αποδεχθεί την άποψη της πλειονότητας των ειδικών. Και η απάντηση στο ζητούμενο αυτό είναι κατηγορηματικά αρνητική. Διότι ανάμεσα στις δύο προκείμενες και στο συμπέρασμα παρεμβάλλεται μια σιωπηρή παραδοχή, η οποία όμως δεν τεκμηριώνεται: ότι η συμφωνία της συντριπτικής πλειονότητας των ειδικών, σε συνδυασμό με την αδυναμία τού μη ειδικού να προσκομίσει στοιχεία περί του αντιθέτου, αποτελεί επαρκή ένδειξη αξιοπιστίας της επιστημονικής τους θέσης. Από αυτή την κρυφή παραδοχή προκύπτει το συμπέρασμα του αρχικού συλλογισμού ότι η αποδοχή της θέσης της πλειονότητας των ειδικών αποτελεί τη μόνη ορθολογική και συνετή στάση.
Εντούτοις, ούτε η επιστήμη ούτε η φιλοσοφία της γνώσης λειτουργούν κατ’ αυτόν τον τρόπο. Η ορθολογική κρίση δεν στηρίζεται αποκλειστικά σε άμεσες αποδείξεις υπέρ ή κατά μιας θέσης. Στηρίζεται επιπλέον στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των διαδικασιών μέσω των οποίων παράγεται η επιστημονική γνώση. Αντίστοιχα, η ορθότητα μιας επιστημονικής θέσης δεν κρίνεται από το πλήθος όσων την υποστηρίζουν. Η επιστημονική συναίνεση (scientific consensus) αποτελεί ισχυρή ένδειξη αξιοπιστίας, όχι όμως και απόδειξη αλήθειας. Η σημασία της έγκειται στο ότι αποτελεί συνήθως το αποτέλεσμα συστηματικής έρευνας, ελέγχου και κριτικής αξιολόγησης, και όχι στο ότι η πλειονότητα των ειδικών δεν μπορεί να σφάλει (το γνωστό επιχείρημα: είναι δυνατόν τόσοι επιστήμονες να κάνουν λάθος;). Όταν δε η αναφορά στη συναίνεση των ειδικών χρησιμοποιείται για να σταματήσει κάθε αμφισβήτηση, τότε μετατρέπεται σε επιχείρημα επίκλησης στην αυθεντία (argumentum ad verecundiam), δηλαδή σε μια λογική πλάνη.
Η ιστορία της επιστήμης έχει καταδείξει ότι οι μεγάλες αναθεωρήσεις δεν γεννήθηκαν από την ευρεία αποδοχή μιας επιστημονικής θέσης, αλλά από την αμφισβήτησή της. Ο Καρλ Πόπερ υποστήριξε ότι το βασικό χαρακτηριστικό της επιστημονικής σκέψης είναι η δυνατότητα διάψευσης μιας θεωρίας. Καμία επιστημονική θέση δεν μπορεί να θεωρείται υπεράνω κριτικής. Ο Τόμας Κουν, στο έργο του Η Δομή των Επιστημονικών Επαναστάσεων, κατέδειξε ότι οι επιστημονικές κοινότητες λειτουργούν μέσα σε κυρίαρχα υποδείγματα, τα οποία συχνά υπερασπίζονται μέχρι να συσσωρευτούν αρκετές «ανωμαλίες», ώστε να μην μπορούν πλέον να τις αγνοήσουν. Στο πλαίσιο αυτό, η επιστημονική αλλαγή είναι αποτέλεσμα μιας εκ βάθρων αναθεώρησης του τρόπου με τον οποίο ερμηνεύονται τα δεδομένα.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο Κλαύδιος Πτολεμαίος (2ος αι. μ.Χ.). Για αιώνες το πολύπλοκο γεωκεντρικό του μοντέλο παρέμενε κυρίαρχο, όχι απλώς επειδή ήταν ευρέως αποδεκτό, αλλά και επειδή παρείχε ένα συνεκτικό ερμηνευτικό πλαίσιο για τα διαθέσιμα παρατηρησιακά δεδομένα. Η επικράτηση του ηλιοκεντρισμού δεν προέκυψε από την αύξηση του αριθμού των υποστηρικτών του πτολεμαϊκού μοντέλου, αλλά από την αναθεώρηση του κυρίαρχου αυτού ερμηνευτικού πλαισίου και τη διαμόρφωση μιας νέας κοσμολογικής αντίληψης. Ανάλογες περιπτώσεις ήταν εκείνες του Ίγκνατς Ζέμελβαϊς, ο οποίος αντιμετώπισε έντονη αντίσταση από την ιατρική κοινότητα της εποχής του, όταν υποστήριξε τη σημασία της υγιεινής των χεριών στην πρόληψη των λοιμώξεων, ή του Άλφρεντ Βέγκενερ, του οποίου η θεωρία για τη μετακίνηση των ηπείρων απορρίφθηκε αρχικά, για να επιβεβαιωθεί αργότερα από νέα γεωλογικά και γεωφυσικά στοιχεία.
Τα παραδείγματα αυτά καθόλου δεν σημαίνουν ότι κάθε μειοψηφική άποψη είναι σωστή. Υποδεικνύουν όμως ότι η επιστημονική αλήθεια δεν είναι αποτέλεσμα αριθμητικής υπεροχής των υποστηρικτών της. Η ύπαρξη τεκμηριωμένης επιστημονικής διαφωνίας και η ελευθερία διατύπωσής της αποτελούν θεμελιώδεις προϋποθέσεις της επιστημονικής διαδικασίας και όχι δυσλειτουργίες της. Ως εκ τούτου, θεωρείται εύλογο οι επιστήμονες να αμφισβητούν μια θεωρία όταν εμφανίζονται σοβαρές ενδείξεις ότι κάτι δεν λειτουργεί όπως θα έπρεπε. Εξίσου όμως εύλογο και συνετό είναι ένας ενημερωμένος πολίτης να αξιολογεί σοβαρές ενδείξεις που αφορούν στην αξιοπιστία των διαδικασιών μέσα από τις οποίες διαμορφώθηκε μία κρατούσα επιστημονική θέση.
Η συλλογιστική αυτή θεμελιώνεται σε μια βασική έννοια της σύγχρονης γνωσιολογίας, τα τεκμήρια ανώτερης τάξης (higher-order evidence). Πρόκειται για ενδείξεις που δεν αφορούν άμεσα στο αν μια επιστημονική θέση είναι αληθής, αλλά στο κατά πόσο είναι αξιόπιστη η διαδικασία μέσω της οποίας οδηγηθήκαμε να την αποδεχθούμε ως έγκυρη. Ο πολίτης, συνεπώς, δεν καλείται να υποκαταστήσει τον επιστήμονα ούτε να αποφασίσει ποια επιστημονική θεωρία είναι ορθή. Καλείται να διακρίνει αν η επιστημονική συναίνεση διαμορφώνεται μέσα από ελεύθερο διάλογο, ουσιαστική κριτική και διαφάνεια ή αν υπάρχουν συγκεκριμένες και πειστικές ενδείξεις ότι η διαδικασία επηρεάζεται από άλλους παράγοντες που περιορίζουν την αντικειμενικότητά της. Η ανάγκη αυτής της αξιολόγησης προκύπτει από το γεγονός ότι επιστήμονες και θεσμοί δεν λειτουργούν θωρακισμένοι από τις ανθρώπινες αδυναμίες ή τις κοινωνικές επιδράσεις. Επηρεάζονται από γνωστικές προκαταλήψεις, θεσμικές πιέσεις, συγκρούσεις συμφερόντων, χρηματοδοτικές εξαρτήσεις, καθώς και από ευρύτερες κοινωνικές διεργασίες. Όταν τέτοιες ενδείξεις υπάρχουν, συνιστούν επαρκή βάση για κριτική επανεξέταση της κρατούσας επιστημονικής άποψης, χωρίς να απαιτείται να έχουν προηγηθεί οριστικές αποδείξεις εναντίον της. Η αναγνώριση δε παραγόντων που μπορεί να υπονομεύουν την επιστημονική ακεραιότητα, εξηγεί ταυτόχρονα και το γιατί η επιστημονική διαδικασία έχει ανάγκη από μηχανισμούς διαρκούς ελέγχου και διαφάνειας.
Αυτό ακριβώς υποστήριξε και ο Ρόμπερτ Μέρτον με την έννοια του οργανωμένου σκεπτικισμού (organized skepticism). Καμία ιδέα, ανεξαρτήτως του κύρους εκείνου που την υποστηρίζει, δεν απαλλάσσεται από την κριτική. Η αμφισβήτηση δεν αποτελεί απειλή για την επιστήμη, αλλά θεμελιώδη κανόνα της λειτουργίας της. Αντιστοίχως, ο Πολ Φεγεράμπεντ, παρότι πολλές από τις θέσεις του υπήρξαν αμφιλεγόμενες, τόνισε, από τη δική του σκοπιά, ότι οι σημαντικότερες επιστημονικές τομές συχνά προέκυψαν από ερευνητές που αμφισβήτησαν τις κυρίαρχες μεθόδους, παρέβησαν καθιερωμένους κανόνες και επανέφεραν θεωρίες που αρχικά βρίσκονταν στο περιθώριο. Για τον λόγο αυτό, ο μεθοδολογικός πλουραλισμός και η ελευθερία της επιστημονικής διαφωνίας αποτελούν προϋποθέσεις της επιστημονικής προόδου.
Επομένως, η μόνη ορθολογική και συνετή στάση του πολίτη δεν είναι η άκριτη ή άνευ όρων υιοθέτηση της θέσης της πλειονότητας των ειδικών, με το σκεπτικό ότι η απουσία αποδείξεων εναντίον της αρκεί για να την καταστήσει ορθολογικά επιβεβλημένη, όπως δεν είναι και η τυφλή καχυποψία απέναντι στους ειδικούς και την επιστήμη εν γένει, αλλά η στάση της κριτικής εγρήγορσης και του υγιούς σκεπτικισμού. Ο πολίτης οφείλει να αποδίδει τη δέουσα βαρύτητα στην κυρίαρχη επιστημονική άποψη, χωρίς όμως να τη μετατρέπει σε αδιαμφισβήτητο δόγμα, ταυτίζοντας την άποψη της πλειονότητας των ειδικών με την ίδια την επιστήμη ή με την αλήθεια καθεαυτή. Παράλληλα, σκόπιμο είναι να εξετάζει με προσοχή τις τεκμηριωμένες μειοψηφικές απόψεις, καθώς η ιστορία της επιστήμης διδάσκει ότι οι μεγάλες επιστημονικές κατακτήσεις σπάνια έγιναν εξαρχής ευρέως αποδεκτές. Τέλος, είναι εξίσου αναγκαίο να αξιολογεί όχι μόνο τα συμπεράσματα, αλλά και την αξιοπιστία των διαδικασιών μέσω των οποίων αυτά διαμορφώθηκαν.
Αυτή ακριβώς η ανάγκη για κριτική εγρήγορση, έλεγχο των διαδικασιών και διατήρηση της δυνατότητας αμφισβήτησης αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μαθήματα που μας κληροδότησαν φιλόσοφοι και κοινωνιολόγοι της επιστήμης όπως ο Πόπερ, ο Κουν, ο Φεγεράμπεντ και ο Μέρτον.
*Αφορμή για το άρθρο αυτό στάθηκε μια φιλική συζήτηση σχετικά με τη διερεύνηση από την Αμερικανική Γερουσία των ημερολογίων του Anthony Fauci, στο πλαίσιο ευρύτερης έρευνας για τη διαχείριση της πανδημίας, καθώς και της πολιτικής αντιπαράθεσης για την εμπιστοσύνη στους θεσμούς, την επιστημονική συμβουλή και τις αποφάσεις που ελήφθησαν κατά την κρίση του COVID-19.
