*Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας η καθ΄οιονδήποτε τρόπο παράνομη χρήση/ιδιοποίηση του παρόντος, με βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις για τον παραβάτη.
Του Δημήτρη Λάμπρου
Στις 30 Ιουλίου 1470 ο φοβερός και τρομερός Μωάμεθ Β’ ο Πορθητής διανυκτέρευσε στη Λιβαδειά. Αλλά πώς συνέβη αυτό;
Ο πορθητής της Κωνσταντινούπολης, ο άνθρωπος που είχε μετατρέψει την Οθωμανική Αυτοκρατορία στην ισχυρότερη δύναμη της Ανατολικής Μεσογείου κοιμήθηκε ένα βράδυ στη Λιβαδειά. Το γεγονός αυτό δεν αποτελεί θρύλο αλλά καταγράφεται από έναν αυτόπτη μάρτυρα της εποχής, τον Βικεντίνο Giovanni Maria Angiolello, ο οποίος άφησε μία από τις σημαντικότερες αφηγήσεις για την εκστρατεία του Μωάμεθ Β’ εναντίον της βενετοκρατούμενης Χαλκίδας.
Το καλοκαίρι του 1470 ο σουλτάνος αποφάσισε να πλήξει αποφασιστικά τη Βενετία, λαμβάνοντας το Νεγροπόντε, όπως ήταν τότε γνωστή η Χαλκίδα. Η πολιορκία υπήρξε σκληρή και αιματηρή. Υστερα από εβδομάδες συγκρούσεων, οι Οθωμανοί διέρρηξαν τα τείχη και η πόλη έπεσε στις 12 Ιουλίου. Ανάμεσα στους χιλιάδες αιχμαλώτους βρισκόταν και ο νεαρός Βενετός Giovanni Maria Angiolello, ο οποίος προσφέρθηκε ως σκλάβος στην οικογένεια του σουλτάνου και τον ακολούθησε στην επιστροφή στην Πόλη.
Χρόνια αργότερα κατέγραψε τις εμπειρίες του, προσφέροντας πολύτιμες πληροφορίες για τις κινήσεις του οθωμανικού στρατού. Σύμφωνα με το χρονικό του, ο Μωάμεθ αναχώρησε από τη Χαλκίδα στις 28 Ιουλίου 1470. Την πρώτη ημέρα έφτασε στη Θήβα, την οποία αποκαλεί (μάλλον μπερδεύτηκε) «Stivel», ενώ την επομένη διανυκτέρευσε στην Αθήνα («Satines»), όπου περιγράφει τα εντυπωσιακά αρχαία ερείπια της πόλης. Αναφέρει ακόμη την παρουσία μοναχών φλωρεντινής καταγωγής, κατάλοιπο της κυριαρχίας της οικογένειας Ατσαγιόλι στο Δουκάτο των Αθηνών, οι οποίοι λειτουργούσαν σύμφωνα με το λατινικό τυπικό και μιλούσαν ιταλικά.
Στις 30 Ιουλίου 1470 η τεράστια αυτοκρατορική πομπή έφτασε στη Λιβαδειά. Ο Angiolello αφιερώνει λίγες αλλά εξαιρετικά σημαντικές λέξεις στην πόλη, χαρακτηρίζοντάς την «τόπο πλούσιο σε εμπορεύματα» (luogo ricco di mercantie): «Στις 30 του ίδιου μήνα ο Μεγάλος Τούρκος [ο Σουλτάνος] αναχώρησε από τις Σατίνες (Αθήνα) και καταυλίσθηκε στη Λιβαδειά, τόπο που είναι πλούσιος σε εμπορεύματα και σε άλλα πράγματα απαραίτητα για την ανθρώπινη ζωή. Στις τελευταίες ημέρες του ίδιου μήνα ο Μεγάλος Τούρκος αναχώρησε από τη Λιβαδειά και καταυλίσθηκε στο Σαλίνο (Σ.Σ. Σάλωνα -Αμφισσα), τόπο που είναι ισχυρότατα οχυρωμένος με τείχη και πολύ όμορφος ως πόλη, διότι βρίσκεται ανάμεσα σε βουνά, τα οποία εκτείνονται προς την Ανατολή (Λεβάντε) και φτάνουν μέχρι την Αλβανία».

Η σύντομη αυτή αναφορά αποκαλύπτει ότι ήδη από τον 15ο αιώνα η Λιβαδειά αποτελούσε σημαντικό εμπορικό κέντρο της Ρούμελης. Η θέση της πάνω στο μεγάλο χερσαίο δρόμο που συνέδεε τη νότια Ελλάδα με τη Θεσσαλία και τη Μακεδονία την είχε καταστήσει σταθμό εμπόρων, ταξιδιωτών, στρατευμάτων και καραβανιών. Η παρουσία του ίδιου του Μωάμεθ Β’ στη Λιβαδειά αποδεικνύει και τη στρατηγική σημασία της πόλης. Ο σουλτάνος δεν επέλεγε τυχαία τις στάσεις του. Η πορεία του ακολουθούσε το βασικό οδικό δίκτυο της εποχής καθώς έπρεπε να εξασφαλίζει εύκολο ανεφοδιασμό, ασφάλεια και δυνατότητα φιλοξενίας του τεράστιου στρατού που αριθμούσε δεκάδες χιλιάδες άνδρες.
Την επόμενη ημέρα, στις 31 Ιουλίου, ο στρατός συνέχισε προς τα Σάλωνα, τη σημερινή Άμφισσα, την οποία ο Angiolello χαρακτηρίζει «πολύ ισχυρή και όμορφη πόλη». Στη συνέχεια πέρασε από τη Μενδενίτσα, τις Θερμοπύλες, τη Λάρισα,την Τέμπη, τη Θεσσαλονίκη, τις Σέρρες, την Κομοτηνή, το Διδυμότειχο και την Αδριανούπολη, πριν φτάσει τελικά στην Κωνσταντινούπολη στις 5 Σεπτεμβρίου 1470.
Η αφήγηση του Angiolello αποτελεί μια μοναδική πηγή για τη γεωγραφία, την οικονομία και την εθνογραφία της εποχής. Μέσα από τις σελίδες της ζωντανεύουν οι πόλεις, τα κάστρα, οι εμπορικοί δρόμοι και οι άνθρωποι των Βαλκανίων του 15ου αιώνα. Και ανάμεσα σε όλα αυτά ξεχωρίζει μια πολύτιμη αναφορά για τη Λιβαδειά, η οποία καταγράφεται ως μια εύπορη και εμπορικά ανεπτυγμένη πόλη, αρκετά σημαντική ώστε να φιλοξενήσει, έστω για μια νύχτα, τον ισχυρότερο ηγεμόνα της εποχής.
