Τελευταία Νέα

Γράφει η Πάνσυ Γιαφέντη

Από την Plaza de Mayo στα Τέμπη

η Αργεντινή,η Καρυστιανού και η επιστροφή των κινημάτων «από τα κάτω»

Η ανακοίνωση της δημιουργίας προσωποπαγούς πολιτικού φορέα από τη Μαρία Καρυστιανού ανοίγει μια συζήτηση που ξεπερνά την παρούσα ελληνική συγκυρία. Δεν πρόκειται μόνο για την πιθανή είσοδο ενός ακόμη προσώπου στην πολιτική σκηνή, αλλά για την ανάδυση ενός φαινομένου που ιστορικά εμφανίζεται σε περιόδους βαθιάς κρίσης εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς: τη μετατροπή ενός κοινωνικού τραύματος σε πολιτικό κίνημα.

Η περίπτωση της Ελλάδας παρουσιάζει αξιοσημείωτες παραλληλίες και ομοιότητες με την ιστορική εμπειρία της Αργεντινής. Οι δύο χώρες έχουν γνωρίσει επαναλαμβανόμενους κύκλους χρεωκοπιών, ξένης επιτήρησης, πολιτικής διαφθοράς και κρίσεων αντιπροσώπευσης. Πίσω από τη χρεωκοπία της Αργεντινής το 1890 και της Ελλάδας το 1893 έως την κατάρρευση της οικονομίας της πρώτης το 2001 και την ελληνική κρίση χρέους το 2010 διακρίνεται ένα κοινό ιστορικό μοτίβο: αδύναμοι θεσμοί, εξάρτηση από διεθνή δανεισμό, εμπλοκή του αμερικανικού παράγοντα, πελατειακό κράτος και κοινωνίες που νιώθουν ότι οι πολιτικές ελίτ λειτουργούν αποκομμένες από την πραγματικότητα και τον λαό.

Συνθήκες σαν αυτές ευνοούν την εμφάνιση προσώπων που δεν αντλούν νομιμοποίηση από κομματικούς μηχανισμούς, αλλά από ένα ηθικό και κοινωνικό κεφάλαιο το οποίο γεννιέται μέσα από την απώλεια, τη σύγκρουση και τη δημόσια διεκδίκηση. Η Μητέρα των Τεμπών, Μαρία Καρυστιανού, θυμίζει αναπόφευκτα τη Hebe de Bonafini, ιστορική μορφή των Mothers of Plaza de Mayo στην Αργεντινή το 1977. Όπως οι μητέρες των εξαφανισμένων τής στρατιωτικής δικτατορίας στην Αργεντινή μετέτρεψαν το προσωπικό πένθος σε πολιτική πίεση, έτσι και το κίνημα για τα Τέμπη μετασχημάτισε μια ιδιωτική τραγωδία σε συλλογικό αίτημα δικαιοσύνης.

Η σύγκριση βεβαίως δεν είναι απόλυτη, καθώς τόσο τα γεγονότα όσο και οι ιστορικές συνθήκες διαφέρουν. Ωστόσο, και στις δύο περιπτώσεις, η κοινωνική δυναμική ξεκινά από τη βάση. Δεν είναι ένας κομματικός μηχανισμός που αναζητά κοινωνικό έρεισμα. Προηγείται η κοινωνική αγανάκτηση, η οποία στη συνέχεια αναζητά πολιτική έκφραση, και αυτή ακριβώς είναι η ειδοποιός διαφορά.

Η γέννηση τέτοιων κινημάτων συνδέεται σχεδόν πάντα με περιόδους κρίσης αντιπροσώπευσης. Όταν μεγάλα τμήματα της κοινωνίας πιστεύουν ότι οι θεσμοί δεν αποδίδουν δικαιοσύνη, ότι τα κόμματα συγκλίνουν σε έναν κοινό κλειστό κόσμο εξουσίας και ότι το κράτος λειτουργεί περισσότερο ως μηχανισμός αυτοπροστασίας παρά λογοδοσίας, τότε δημιουργείται ο χώρος για πρόσωπα που παρουσιάζονται ως «εξωσυστημικά», ακόμη κι αν αυτά δεν προέρχονται από τα κοινωνικά περιθώρια.

Το κόμμα Καρυστιανού δεν συνδέεται με αντισυστημικό λαϊκισμό τύπου περιθωρίου, όπως ακροδεξιά λαϊκά μορφώματα που εμφανίστηκαν στο παρελθόν και συνεχίζουν να υπάρχουν εντός και εκτός ελληνικής πολιτικής σκηνής. Η κοινωνική και ταξική προέλευση της επικεφαλής του καθορίζει την αστική και μεσοαστική κοινωνική ταυτότητα του κινήματος, στοιχείο ιστορικά κρίσιμο για τη βιωσιμότητά του. Διότι η μεσαία τάξη παραδοσιακά λειτουργεί ως γέφυρα ανάμεσα στη λαϊκή δυσαρέσκεια και τη θεσμική νομιμοποίηση. Οι μεγάλες κοινωνικές αλλαγές πάρα πολύ σπάνια επιτυγχάνονται μόνο από τα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα. Χρειάζονται τη συναίνεση, την κινητοποίηση και τη συμμετοχή της μεσαίας τάξης, ανθρώπων με μορφωτικό κεφάλαιο, επαγγελματική σταθερότητα, κοινωνική επιρροή και δυνατότητα δημόσιου λόγου. Και όταν η μεσαία τάξη αισθανθεί ότι το υπάρχον σύστημα δεν εγγυάται πλέον ασφάλεια και αξιοκρατία, τότε επιτυγχάνονται οι μεγάλες δημοκρατικές μεταβολές, όπως έχει παρατηρήσει ο Αλέξις ντε Τοκβίλ. Γι’ αυτό άλλωστε και η αποδόμησή της αποτελεί την κρισιμότερη επιδίωξη της εξουσίας στον Δυτικό κόσμο σήμερα.

Ο Τσαρλς Τίλι, στη θεωρία των κοινωνικών κινημάτων, τονίζει ότι η επιτυχία ενός κινήματος εξαρτάται από την ικανότητά του να αποκτήσει οργανωμένη κοινωνική βάση και πολιτισμική νομιμοποίηση. Αυτό ακριβώς φαίνεται να συμβαίνει στην ελληνική περίπτωση. Το κίνημα για τα Τέμπη δεν περιορίστηκε σε μια στενή ομάδα συγγενών θυμάτων. Απέκτησε ευρύτερη κοινωνική απήχηση, επειδή συνδέθηκε με μια γενικότερη αίσθηση θεσμικής παρακμής: την πεποίθηση ότι το κράτος δεν προστατεύει, δεν λογοδοτεί και συχνά επιχειρεί να συγκαλύψει τις ευθύνες του.

Η ιστορική εμπειρία της Αργεντινής δείχνει επίσης ότι τέτοια κινήματα μπορούν να αλλάξουν το πολιτικό τοπίο ακόμη κι αν δεν κατακτήσουν άμεσα την εξουσία. Οι Mothers of Plaza de Mayo δεν έγιναν ποτέ κυβερνητικό κόμμα, αλλά επανακαθόρισαν τη δημόσια συζήτηση για τη δημοκρατία, τα ανθρώπινα δικαιώματα και τη λογοδοσία του κράτους.

Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι μόνο αν το κόμμα Καρυστιανού μπορεί να αποκτήσει εκλογική επιρροή. Το βαθύτερο ερώτημα είναι αν η ελληνική κοινωνία εισέρχεται σε μια νέα περίοδο κρίσης αντιπροσώπευσης, όπου τα πολιτικά κινήματα δεν θα γεννιούνται πλέον μέσα από τα κόμματα, αλλά μέσα από κοινωνικά τραύματα, συλλογικές διεκδικήσεις και πρόσωπα που αποκτούν ηθικό κύρος έξω από το παραδοσιακό πολιτικό σύστημα.

Και αν αυτό συμβαίνει, πρόκειται για αυτοσυνειδητοποίηση, ωρίμανση και πολιτική ενηλικίωση της ελληνικής κοινωνίας ή πρόκειται απλώς για μια κίνηση έσχατης απελπισίας;

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Μετάβαση στο περιεχόμενο