Τελευταία Νέα

Ο Σύνδεσμος Βιομηχανιών Θεσσαλίας & Κεντρικής Ελλάδος απηύθυνε Υπόμνημα προς τον κ. Ευκλείδη Τσακαλώτο, Υπουργό Οικονομικών και την κα Αικατερίνη Παπανάτσιου, Υφυπουργό Οικονομικών, αναφερόμενος στο ζήτημα που έχει ανακύψει μετά την ψήφιση του Ν. 4512/2018 με την εφαρμογή των άρθρων 71Β και 71Γ που προστέθηκαν στον Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (Κ.Φ.Ε. Ν. 4172/2013) και με τα οποία παρέχονται φορολογικά κίνητρα κεφαλαιοποίησης αφορολογήτων αποθεματικών αναπτυξιακών νόμων.

Ειδικότερα:

Όπως αναφέρει ο Σύνδεσμος στην επιστολή του, με τις διατάξεις του άρθρου 353 του παραπάνω Νόμου θεσπίσθηκαν φορολογικά κίνητρα για την κεφαλαιοποίηση των συγκεκριμένων αφορολογήτων αποθεματικών, τα οποία ισχύουν για μια μεταβατική περίοδο μέχρι το 2020, που περιλαμβάνουν φορολόγηση με χαμηλό συντελεστή που ξεκινά από 5%  για το 2018 και φθάνει μέχρι και 20% για το 2020, με την οποία εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση από τον φόρο εισοδήματος της επιχείρησης και των μετόχων.

Πράγματι με τον τρόπο αυτό, επιτυγχάνεται η ενθάρρυνση των επιχειρήσεων να προχωρήσουν στη κεφαλαιοποίηση των αφορολογήτων αυτών αποθεματικών με δυνητικά σημαντικά ταμειακά οφέλη και για το ίδιο το Δημόσιο.

Η προσπάθεια, ωστόσο, αυτή, μειονεκτεί στο γεγονός ότι εισάγει όρους άνισης και κυρίως άδικης μεταχείρισης μεταξύ των επιχειρήσεων, γιατί σε αντίθεση με τις επιχειρήσεις των οποίων οι μετοχές είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αθηνών, οι οποίες καταβάλλουν φόρο 5% το 2018, ο οποίος αυξάνεται σταδιακά σε 10% το 2019 και σε 20% το 2020, οι επιχειρήσεις με μετοχές μη εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αθηνών, όχι μόνο δεν επωφελούνται του χαμηλού συντελεστή 5% για το 2018 φορολογούμενες εξ’ αρχής με συντελεστή 10% και το 2020 με 20%, αλλά και υποχρεώνονται να προβούν σε ισόποση αύξηση του μετοχικού τους κεφαλαίου με καταβολή μετρητών από τους μετόχους.

Ο Σύνδεσμος θεωρεί ότι η συγκεκριμένη μεταχείριση, πέραν του οικονομικού κόστους που συνεπάγεται και των άμεσων επιπτώσεων που έχει στην ανταγωνιστικότητα της πλειονότητας των υπόχρεων επιχειρήσεων, οι οποίες δεν είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο, δημιουργεί γι΄ αυτές μέγα ηθικό πρόβλημα καθώς εμφανίζει την Πολιτεία να κάνει διάκριση εις βάρος τους και εγείρει θέμα που έχει να κάνει με την πρωταρχική υποχρέωση της τελευταίας να διαφυλάσσει τους κανόνες υγιούς ανταγωνισμού.

Πέραν αυτού, αποτελεί τόπο κοινής αντίληψης ότι υπό το φως των επιχειρηματικών και οικονομικών δεδομένων των τελευταίων χρόνων, είναι βέβαιο ότι η υποχρέωση ισόποσης αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου που προβλέπεται γι’ αυτές, μόνον ανασταλτικά μπορεί να λειτουργήσει στην επιχειρηματική αποδοχή και βούληση αξιοποίησης του κινήτρου.  

Η εξεταζόμενη ρύθμιση, για να έχει τη ευρεία απήχηση και το αποτέλεσμα που όλοι επιθυμούν, επιβάλλεται, εκτός από αντικειμενική, να είναι και δίκαιη.

Στο πλαίσιο, αυτό, της εμπέδωσης της φορολογικής δικαιοσύνης, ο Σύνδεσμος προτείνει να υπάρξει εξομοίωση της κεφαλαιοποίησης των αφορολογήτων αποθεματικών των μη εισηγμένων εταιριών, με εκείνη των αφορολογήτων των εισηγμένων.  

Κι αυτό διότι, σε μία εποχή, στην οποία επιβάλλεται η αναστροφή του επιχειρηματικού κλίματος, δεν πρέπει, επιχειρήσεις, οι οποίες, στο πλαίσιο των προσπαθειών εκσυγχρονισμού και ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητάς τους έκαναν χρήση των κινήτρων που παρείχε η Πολιτεία, να  τυγχάνουν διαφορετικής και άνισης μεταχείρισης έναντι άλλων, οι οποίες έπραξαν το ίδιο.

Επειδή στη προκειμένη περίπτωση διακυβεύεται η αξιοπιστία της Πολιτείας και η επιθυμία της να διαφυλάξει το καθεστώς υγιούς ανταγωνισμού μεταξύ των επιχειρήσεων, αλλά και το θετικό επιχειρηματικό κλίμα που είναι αναγκαίο για την τόνωση των επενδυτικών προσπαθειών, γνωρίζοντας τις προσπάθειες τις Κυβέρνησης προς αυτή την κατεύθυνση, ο Σύνδεσμος είναι βέβαιος ότι η σπουδαιότητα του όλου θέματος γίνεται πλήρως αντιληπτή και θα ληφθούν όλες οι απαραίτητες πρωτοβουλίες για την εξομάλυνσή του.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Μετάβαση στο περιεχόμενο