Γράφει η Πάνσυ Γιαφέντη
Τα έργα της Barbara Kruger που συγκροτούν την εγκατάσταση στον κήπο του ΚΠΙΣΝ δεν εμφανίζονται απλώς ως μια εικαστική παρέμβαση στον δημόσιο χώρο. Αποτελούν μια μηχανή λόγου η οποία επιχειρεί να αναδιατάξει το βλέμμα του θεατή τους σε μια εποχή αποδόμησης που υπονομεύει την ανθρώπινη κατάσταση.
Αν κάτι με προβληματίζει στα 13 έργα μεγάλης κλίμακας της εμβληματικής Αμερικανίδας conceptual artist, αυτό δεν είναι η αισθητική ισχύς τους, αλλά ο τρόπος με τον οποίο τα έργα αυτά συντάσσονται κάτω από μια οργουελικής προέλευσης γλώσσα αφορισμών, που μοιάζει ταυτόχρονα διαφημιστική, πολιτική και ψυχολογική. «ΟΛΑ ΕΠΙΤΡΕΠΟΝΤΑΙ», «ΤΟ ΚΑΚΟ ΕΙΝΑΙ ΚΑΛΟ», «Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΕΙΝΑΙ ΜΥΘΟΣ». Οι φράσεις αυτές, δεν λειτουργούν ως απλά καλλιτεχνικά συνθήματα. Είναι ήδη θεωρία.
Προσανατολίζουν!
Παγιώνουν την εικόνα ενός κόσμου όπου η αλήθεια έχει καταστεί ασταθής, όπου οι έννοιες αντιστρέφονται, όπου η γλώσσα παύει να περιγράφει την πραγματικότητα και αρχίζει να την ανακατασκευάζει. Και αυτή η γλώσσα δεν εμφανίζεται σε πολιτικό κενό. Εγκαθίσταται μέσα σε μια ιστορική συγκυρία όπου η δημόσια εμπειρία οργανώνεται από την πολιτική και θεσμική αποσάθρωση, την πόλωση, την αβεβαιότητα, τη διάχυτη επιτήρηση και την αίσθηση ότι η ίδια η πραγματικότητα κινδυνεύει με κατακερματισμό. Η αισθητική της Kruger είναι πολιτικά φορτισμένη. Μόνο που μου δίνει την εντύπωση πως με τα έργα της μετακινεί το βάρος από την περιγραφή στην υποβολή, από την αναπαράσταση στην ψυχολογική επίδραση, από τον στοχασμό στην υποσυνείδητη καθοδήγηση του θεατή.
Αλλά και ο δημόσιος χώρος έκθεσης των έργων δεν είναι ουδέτερος προθέσεων. Ο κήπος του ΚΠΙΣΝ δεν λειτουργεί ως απλό φόντο των έργων, αλλά ως θεσμικό περιβάλλον νομιμοποίησης του λόγου τους. Οι μηχανισμοί εξουσίας δεν λειτουργούν μόνο μέσω απαγορεύσεων. Λειτουργούν και μέσω της πολιτιστικής διαμεσολάβησης. Δεν επιθυμούν πάντοτε να επιβάλουν σιωπή. Αντιθέτως, τις περισσότερες φορές επιδιώκουν να οργανώσουν τις επιτρεπτές μορφές ομιλίας, τις αποδεκτές αισθητικές εμπειρίες, ακόμη και τα όρια του στοχασμού.
Όπως παρατηρούν ο Michel Foucault και o Pierre Bourdieu, οι πολιτιστικοί θεσμοί και τα ιδρύματα πολιτισμού δεν είναι ουδέτερα, αλλά φορείς του «λόγου που η εξουσία παράγει». Προσφέρουν διαπίστευση πολιτιστικής νομιμότητας. Αναγνωρίζουν ορισμένες μορφές «λόγου» ως υψηλές την ίδια στιγμή που αποκλείουν άλλες. Η τέχνη δεν βρισκόταν ποτέ έξω από την εμβέλεια της εξουσίας. Αντιθέτως, ήταν ανέκαθεν ένας από τους βασικούς μηχανισμούς αναπαραγωγής της.
Επομένως, η εγκατάσταση της Kruger, απλωμένη σε έναν χώρο αναψυχής, όπου το άτομο προσέρχεται με χαλαρή διάθεση και μειωμένες αντιστάσεις δεν μπορεί να διαβαστεί μονοδιάστατα, ως απλή «διέγερση της σκέψης». Οφείλει να διαβαστεί ως πεδίο σύγκρουσης ανάμεσα στην υπόσχεση για κριτική αφύπνιση και στην πιθανότητα μιας βαθύτερης νοητικής χειραγώγησης με χορηγό έναν πολιτισμικό θεσμό της εξουσίας. Τα έργα δείχνουν να μιλούν στο συνειδητό, αλλά η ίδια η αισθητική τους δομή —η επανάληψη μοτίβων, η κατηγορηματικότητα, ο προστακτικός τόνος, η συνθηματολογική πυκνότητα, η διαφημιστική αμεσότητα— μοιάζει να στοχεύει στο επίπεδο του υποσυνείδητου.
Η πιο ύπουλη λέξη είναι ίσως ο «αναστοχασμός», στον οποίο τα έργα καλούν τον θεατή τους. Πρόκειται για έναν όρο σχεδόν εξαγνιστικό, έναν όρο που μεταφράζει τη γλωσσική βία σε πνευματική πρόκληση, την ψυχολογική πίεση σε δημιουργική αμφιβολία, τη νοητική σύγχυση σε δήθεν απελευθερωτική πολυσημία. Όμως ο κόσμος που συγκροτούν αυτά τα συνθήματα δεν είναι απλώς ανοιχτός σε ερμηνείες. Είναι ένας κόσμος όπου η αντιστροφή του νοήματος γίνεται κανονικότητα, και στον οποίο η προσέλευση του κοινού εξασφαλίζει κοινωνική συναίνεση,
Ο Noam Chomsky, μιλώντας για την κατασκευή της συναίνεσης (manufacturing consent), είχε ήδη επισημάνει ότι η επιρροή λειτουργεί αποτελεσματικότερα όταν εμφανίζεται ως φυσική, όταν εκτίθεται «in plain sight». Εδώ ακριβώς βρίσκεται η δύναμη αλλά και η επικινδυνότητα των έργων της Kruger: δεν αποκρύπτει τον μηχανισμό επιρροής. Τον εκθέτει δημόσια και τον μετατρέπει σε αισθητική εμπειρία.
Ο κόσμος του απόλυτου ελέγχου της σκέψης, της διαστρέβλωσης και της επιβολής μιας νέας αλήθειας δεν εμφανίζεται εδώ ως δυστοπική εξαίρεση, αλλά ως ήδη οικείο πολιτισμικό περιβάλλον, στο οποίο περπατούν ενήλικες αμέριμνα και παίζουν παιδιά ανυποψίαστα. Οι αντιφατικές «αλήθειες», η συνεχής αντιστροφή των εννοιών που προκαλούν ψυχική σύγχυση και απώλεια εμπιστοσύνης απέναντι στην ίδια την κριτική ικανότητα του υποκειμένου, οδηγούν σε εσωτερική παράλυση. Γιατί όταν η πραγματικότητα καθίσταται αβέβαιη, τότε η αμφιβολία δεν λειτουργεί πλέον ως εργαλείο σκέψης, αλλά ως μηχανισμός υποταγής.
Γι’ αυτό και η καθηλωτική, 90 μέτρων επιγραφή «ΠΡΟΣΕΞΕ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ ΠΟΥ Η ΠΕΡΗΦΑΝΙΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΠΕΡΙΦΡΟΝΗΣΗ» δεν λειτουργεί απλώς ως ηθικό σχόλιο. Εγκαθίσταται μέσα σε ένα περιβάλλον ήδη διαβρωμένο από προηγούμενες εντολές και αντιστροφές νοήματος. Για να μπορέσει κανείς να αγνοήσει την αυτάρεσκη επιτόνιση που υφέρπει και τη διπλή ανάγνωση που αυτή επιτρέπει, πρέπει πρώτα να έχει εσωτερικεύσει το αξίωμα ότι «Η ΕΓΡΗΓΟΡΣΗ ΕΙΝΑΙ ΥΠΝΟΣ».
Αυτό ακριβώς είναι και το πιο ανησυχητικό στοιχείο της εγκατάστασης: δεν επιδιώκει απλώς να περιγράψει έναν κόσμο αποσταθεροποιημένης αλήθειας. Κινδυνεύει να τον κανονικοποιήσει αισθητικά. Και τότε η τέχνη, αντί να λειτουργεί ως μορφή αντίστασης απέναντι στη γλωσσική και ψυχική αλλοτρίωση, μετατρέπεται σε εκλεπτυσμένο μηχανισμό εξοικείωσης με αυτήν.


