Τελευταία Νέα

 

του Δημήτρη Λάμπρου

Αυξημένο εμφανίζεται τα τελευταία χρόνια το ενδιαφέρον των μελετητών για την ταραγμένη δεκαετία του ’40 – πράγμα φυσιολογικό και ανάλογο με το αίμα που χύθηκε στις συμπυκνωμένες εκείνες στιγμές της ιστορίας κατά τις οποίες ανανοηματοδοτούνται τα προηγούμενα και σημαδεύονται ανεξίτηλα τα επόμενα χρόνια.  Σ’ ένα κλίμα υστερόβουλης στις περισσότερες περιπτώσεις αναθεώρησης της κρατούσας αφήγησης, ο συρμός παρασύρει και δευτερεύοντα θέματα, που όταν δεν κρύβουν κάποιου είδους ρεβανσισμό δείχνουν αμηχανία και αφέλεια.

Ένα τέτοιο θέμα, που στην ουσία δεν έχει κανένα ειδικό βάρος αλλά παρόλα αυτά τίθεται με επιμονή τα τελευταία χρόνια είναι το ερώτημα: Γιατί η Ελλάδα γιορτάζει ως εθνική επέτειο την 28η Οκτωβρίου  1940, την αρχή δηλαδή της πολυαίμακτης πολεμικής της εμπλοκής στον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, και όχι τη λήξη του πολέμου, πολύ περισσότερο που η χώρα βρέθηκε στο στρατόπεδο των νικητών; Για να ενισχυθεί δε η αμφιβολία που ενσπείρει η συγκεκριμένη ερώτηση παρατίθεται η σχετικά ακριβής πληροφορία ότι οι περισσότερες χώρες έχουν καθιερώσει ως επέτειο τη λήξη της παγκόσμιας σύρραξης (με πιο γνωστή την 9η Μαΐου που γιορτάζεται η συντριβή του Άξονα με τη μεγάλη στρατιωτική παρέλαση των ρωσικών ενόπλων δυνάμεων στην Κόκκινη πλατεία  της Μόσχας).

Δεν θα προσπαθήσω να βρω τι κρύβεται πίσω από την αμφισβήτηση της 28ης Οκτωβρίου ως εθνικής επετείου, θα  αναλύσω όμως ορισμένα επιχειρήματα υπέρ αυτής της εθιμοταξίας.

Πρώτον,  η 28η Οκτωβρίου γιορτάζεται για λόγους παράδοσης. Η νεοελληνική παράδοση επιβάλλει να γιορτάζουμε την αρχή των μεγάλων εθνικών αγώνων και όχι το τέλος τους, επιτυχές ή όχι.

Θυμηθείτε. Στον ξεσηκωμό του 1821 (συμβατικά) ορίστηκε η 25η Μαρτίου ως η εθνική επέτειος μιας επανάστασης που είχε ξεκινήσει μια-δυο εβδομάδες νωρίτερα, για να συμπέσει με τη μεγάλη θρησκευτική γιορτή του Ευαγγελισμού. Πάντως σίγουρα γιορτάζουμε/θυμόμαστε την 25η Μαρτίου 1821, δηλαδή την αρχή και όχι το τέλος της νικηφόρας επανάστασης που ως γνωστόν διήρκεσε πολλά χρόνια.

Δεύτερον, καταλυτικός ήταν ο ρόλος του λαού στην καθιέρωση της 28ης Οκτωβρίου. Η επέτειος του ΟΧΙ  καθιερώθηκε από τον ίδιο τον λαό, από τους ίδιους τους πολίτες, ήδη από το 1941 μέσα στη μαύρη Κατοχή.  Ο πρώτος εορτασμός έλαβε χώρα στις 28 Οκτωβρίου 1941 στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, όπου και εκφώνησε λόγο (την παραμονή και με τίμημα την απόλυσή του) ο καθηγητής και μετέπειτα Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Τσάτσος. Την πληροφορία αναφέρει ο ίδιος ο Τσάτσος στο αυτοβιογραφικό του «Λογοδοσία μιας ζωής» και επιβεβαιώνει ο Γιώργος Σεφέρης στο Πολιτικό Ημερολόγιο Α’ (1935-1944).

Όμως και τη δεύτερη χρονιά, στις 28 Οκτωβρίου 1942, γιορτάστηκε η επέτειος του ΟΧΙ στην Πλατεία Συντάγματος με πρωτοβουλία των οργανώσεων ΕΠΟΝ και ΠΕΑΝ. Για το 1943 δεν έχουμε πληροφορίες εκτός από μια σημείωση του Ηλία Βενέζη, σύμφωνα με την οποία οι Γερμανοί διέλυσαν  συγκέντρωση στο κτήριο της Εθνικής Τράπεζας στην Πλατεία Κοτζιά, συγκέντρωση στην οποία ετιμάτο για τρίτη χρονιά η επέτειος του ΟΧΙ. Στην απελευθερωμένη πια Αθήνα η επέτειος του ΟΧΙ  τιμήθηκε με παρέλαση στις  28 Οκτωβρίου 1944 ενώπιον του τότε πρωθυπουργού Γεωργίου Παπανδρέου, ο οποίος εκείνες τις μέρες είχε αναλάβει τη διακυβέρνηση της χώρας έχοντας μόλις επιστρέψει από το Κάιρο. Η Εκκλησία της Ελλάδος, ευθυγραμμιζόμενη με την πολιτεία και πιθανότατα στο πλαίσιο της ταύτισης των εθνικών αγώνων με σημαντικές θρησκευτικές εορτές,  μετέφερε το 1952 την εορτή της Αγίας Σκέπης από την 1η στις 28 Οκτωβρίου με το αιτιολογικό ότι η Παναγία βοήθησε τους Έλληνες να νικήσουν στο μέτωπο.

Όπως διαπιστώνετε, υπάρχουν στέρεα επιχειρήματα για την ανακήρυξη της 28ης Οκτωβρίου ως εθνικής επετείου.

Ωστόσο, για εκείνους που γοητεύονται από τις αθέατες ακμές του πολύεδρου της ιστορίας, θα γράψω δυο ακόμα λόγια για την ουσία του ζητήματος που είναι ίσως πικρά, όπως συχνά η αλήθεια.  Γιατί αν ο εορτασμός της 28ης Οκτωβρίου ερείδεται αναντίρρητα στη νεοελληνική  παράδοση, το ερώτημα ουσίας παραμένει: Γιατί η ελληνική πολιτεία με τις διάφορες μορφές και εκφάνσεις της επέλεξε να εορτάζονται οι δύο κορυφαίοι σταθμοί της εθνικής μας πορείας στην έναρξή τους και όχι στο τέλος τους;

Γιατί και στις δύο περιπτώσεις, και το 1827 και το 1944, οι Έλληνες δεν νίκησαν ή μάλλον νίκησαν χάρη στη βοήθεια των συμμάχων. Ενώ στην έναρξη των μεγάλων αυτών εθνικών αγώνων (1821 και 1940) κατίσχυσαν και μάλιστα αυτοδύναμοι θα λέγαμε. Το 1821 συνέτριψαν τις αλλεπάλληλες τουρκικές στρατιές και εδραίωσαν την εξέγερση, αλλά (και λόγω των εμφυλίων πολέμων) ο καλογυμνασμένος στρατός των Αιγυπτίων του Ιμπραήμ και η πτώση του Μεσολογγίου είχαν σχεδόν σβήσει την επανάσταση, που πιθανότατα θα καταπνιγόταν χωρίς τη ναυμαχία του Ναυαρίνου και τον Ρωσοτουρκικό πόλεμο που ακολούθησαν.

Αντίστοιχα, αλλά πιο περίπλοκα, το 1940 οι Έλληνες κατανίκησαν τους Ιταλούς, συνέτριψαν την Εαρινή τους Επίθεση, κατέλαβαν τη Βόρεια Ήπειρο και θα τους έριχναν στη θάλασσα, αν η παλιμβουλία της Μ. Βρετανίας και η ακόρεστη όρεξη του Χίτλερ για νέες κατακτήσεις δεν είχαν προκαλέσει τη γερμανική επέμβαση με την ήττα και την κατάληψη της Ελλάδας. Εκείνο που έγινε προσπάθεια να διαφυλαχθεί με την προβολή του ΟΧΙ και της 28ης Οκτωβρίου -και ορθά-  ήταν η μνήμη της νίκης επί της Ιταλίας, που ήταν αναμφισβήτητα μια επανάληψη της ιστορίας του Δαυίδ και του Γολιάθ. Και αυτό πέρα από τη συμβολική πλευρά,  καθώς η Ελλάδα με την Ιταλία είχαν μεγάλες πολιτικές και ιστορικές διαφορές που είχαν εκδηλωθεί με την κατοχή των Δωδεκανήσων, την ύπουλη στάση των Ιταλών στη Μικρασιατική καταστροφή και  τον τορπιλισμό της Έλλης.

Με τη σειρά τους όλα αυτά υποδεικνύουν ότι ο ελληνικός λαός και η ηγεσία του θεωρούσε πραγματικά επικίνδυνους για τη χώρα εχθρούς τους Ιταλούς, με τους οποίους η αντιπαλότητα είχε υλικές, εδαφικές βάσεις. Και όχι τόσο πολύ τους Γερμανούς, για τους οποίους  -όπως φαίνονταν τα πράγματα το ’40-’41-  η Ελλάδα ήταν ένας ασήμαντος σταθμός στον υπερφίαλο στόχο της κατάκτησης του κόσμου. Το γεγονός εκφράστηκε ανάγλυφα και τις δραματικές στιγμές της υπογραφής της συνθηκολόγησης από τον Τσολάκογλου, ο οποίος ζήτησε να παραδοθεί μόνο στους Γερμανούς και όχι στους ηττημένους Ιταλούς. Και μόνο κατόπιν διαμαρτυριών του Μουσολίνι προς τον ίδιο τον Χίτλερ υπέγραψε και 3ο Πρωτόκολλο με τον Γερμανό στρατηγό Γιοντλ και τον Ιταλό ομόλογό του Αλμπέρτο Φερέρο, ώστε να αποκατασταθεί το ιταλικό γόητρο και η τιμή του Ντούτσε  που είχε κηλιδωθεί στα χιονισμένα βουνά της Αλβανίας.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Μετάβαση στο περιεχόμενο