Τελευταία Νέα

 

Γράφει ο Δημήτρης Λάμπρου

Ακόμα και το κουτί με τις τράπουλες το είχαν παρατήσει ανοιχτό.  Ενας ρήγας σπαθί,  μια ντάμα κούπα κι ένας βαλές καρό  ξαπλωμένοι  ανάσκελα στην πράσινη τσόχα ξύπνησαν όταν το πρωινό φως μπήκε από το μεγάλο παράθυρο.

Η αίθουσα που είχε φιλοξενήσει το ρεβεγιόν ήταν τελείως άδεια και εντελώς ακατάστατη. Πιάτα με μισοφαγωμένα κρέατα, μισογεμάτα ποτήρια, γεμάτα τασάκια, παράγωνα  χαλιά, έπιπλα που είχαν μετακινηθεί. Η οικοδέσποινα μόλις έφυγαν οι καλεσμένοι έκλεισε τα φώτα και πήγε κι αυτή για ύπνο.

-Τους είδες; Τους είδες πώς έπαιζαν; Απληστοι κι απατεώνες, γλίτσες, κλέφτες των φίλων τους. Ανθρωποι σου λέει μετά είπε ο βαλές.

-Ετσι είναι οι άνθρωποι. Αυτοί λένε ότι δώσε σε κάποιον εξουσία να δείξει τον χαρακτήρα του. Εγώ που είμαι από παλιά τράπουλα κι έχω χρόνια στα τραπέζια σου λέω ότι βάλε κάποιον να παίξει χαρτιά με λεφτά για να καταλάβεις τι ρόλο βαράει, είπε ο ρήγας

-Εμένα με ενόχλησε πιο πολύ η υποκρισία τους, αντρών και γυναικών. «Χρόνια Πολλά, χρυσή μου, καλή χρονιά» και μόλις έστριβε την πλάτη θάψιμο κανονικό, μπήκε στη συζήτηση η ντάμα.

-Γιατί η λαιμαργία τους; Θες κύριος να φας; Φάε αλλά σαν άνθρωπος. Θα έχει κι αύριο φαΐ, δεν τελειώνει όλο απόψε. Κι εσύ κύριε οικοδεσπότη θες να κάνεις τον πλούσιο; Ταΐσε μερικούς ζητιάνους. Μην πετάς τα μισά φαγητά για να δείξεις ότι έχεις. Γιατί έτσι δείχνεις  τι δεν έχεις, έτσι δεν είναι;  καλοκοίταξε την ντάμα ο βαλές.

Αυτή κοκκίνισε κι άλλο.

-Απαίδευτοι με λεφτά, χειρότεροι από τους απαίδευτους  χωρίς λεφτά. Ποια χρονιά μπαίνει;

dre

-Το 2016 –είπε ο ρήγας.

-Ε, τότε καλή χρονιά να έχουμε.

 

-Αχαχα. Καλή λέει. Πόλεμοι, φτώχεια, πείνα, δυστυχία, προσφυγιά. Δικά τους κατορθώματα όλα αυτά, αυτής της γενιάς που γλεντούσε απόψε εδώ.

-Τότε γιατί όλοι γελούσαν και χαίρονταν; ξανάπε η ντάμα

-Γιατί οι άνθρωποι είναι από την κατασκευή τους έτσι. Η ελπίδα να νικάει τη σκέψη –ανόητοι κι αφελείς. Από την άλλη αν ήταν φτιαγμένοι αλλιώς δεν θα παίζανε χαρτιά κι εμείς μπορεί να μην υπήρχαμε.

-Ρε σεις θα σκάσετε να κοιμηθούμ’ απόψε, ακούστηκε βραχνή η φωνή ενός μουσάτου ρήγα μπαστούνι που ήταν πρώτο φύλλο, πάνω-πάνω, στην πλαστική τράπουλα με την κόκκινη ράχη.

Δεν στήθηκε καυγάς. Τα φώτα άναψαν και η αγουροξυπνημένη σπιτονοικοκυρά -σέρνοντας τα βήματά της- πριν αρχίσει  να μαζεύει τα πιάτα τακτοποίησε τις τράπουλες βάζοντας τα ξεχασμένα χαρτιά στο κουτί τους.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Μετάβαση στο περιεχόμενο