Τελευταία Νέα

Δεν θέλω να κάνω τον μάντη. Αλλά θα τον κάνω, επαναφέροντας το άρθρο που δημοσιεύτηκε στη viotia τον Φεβρουάριο του 2012. Νομίζω ότι υπάρχει πλήρης δικαίωση για τις θέσεις που διατύπωσα τη μακρινή εκείνη εποχή και ότι το άρθρο αυτό θα μπορούσε να σταθεί και σήμερα σχεδόν χωρίς καμιά προσαρμογή. Και φοβάμαι ότι οι εξελίξεις θα επιταχυνθούν και οι συνθήκες θα διαμορφωθούν δυσχερέστερες για τους νοήμονες και του νουνεχείς. Πολλοί έχουν εφαρμόσει όσα προτείνω. Αλλοι νομίζουν ότι θα διαφύγουν ή θα διασωθούν με μικρές απώλειες. Χωρίς αυτό να αποκλείεται περιπτωσιακά, για τους περισσότερους δεν ισχύει. Το παιχνίδι είναι πολύ χοντρό, τόσο που υπερβαίνει απλοϊκές αναλύσεις και κομματικές αναδιατάξεις. Εκείνο που διακυβεύεται είναι η ίδια η ύπαρξη της Ελλάδας…
DLΓράφει ο Δημήτρης Λάμπρου
Δημοσιογράφος








Ποτέ η Ελλάδα δεν παρείχε μεγάλο εύρος ευκαιριών στα παιδιά της. Πολύ περισσότερο σε περίοδο κρίσης –ηθικής, πολιτικής και οικονομικής- οι ορίζοντες στενεύουν, οι δυνατότητες μειώνονται, το ίδιο και οι εναλλακτικές λύσεις. Στην πραγματικότητα, τρεις είναι οι βασικές διέξοδοι μεταξύ των οποίων πρέπει να επιλέξει κάθε σκεπτόμενος Ελληνας για να σχεδιάσει το μέλλον του μετά την κρίση.

Η πρώτη περιλαμβάνει την αποδοχή της κατάστασης όπως διαμορφώθηκε στα χρόνια της λεγόμενης μεταπολίτευσης, στην παραδοχή του καθεστώτος της κλεπτοκρατίας και των φορέων του στο πολιτικό και οικονομικό κατεστημένο της χώρας. Σε αυτή την περίπτωση ο πολίτης «πληρώνει» έστω γογγύζοντας τα βάρη από τη διαφθορά, την κακοδιαχείριση και την παρασιτοκρατία των προηγούμενων ετών, ελπίζοντας σε οριακές αλλαγές που θα βελτιώσουν κάπως το σύστημα και θα το καταστήσουν εκ νέου λειτουργικό –για απομύζηση εννοείται.
Εκ πρώτης όψεως -κι αν εξαιρέσουμε τους κομματανθρώπους και τους απατεώνες/κρατικοδίατους επιχειρηματίες- κανείς δεν φαίνεται να υποστηρίζει ή να επιθυμεί  αυτή την εξέλιξη. Όμως πολλές φορές –όπως και στη ζωή-  τα φαινόμενα στην πολιτική απατούν. Οι δυνάμεις της αδράνειας σε μια κοινωνία είναι πολύ ισχυρότερες από όσο φαντάζονται οι επαγγελματίες αγκιτάτορες. Ακριβώς όμως επειδή πρόκειται για δυνάμεις αδρανείς δεν δίνουν στόχο, δεν δημιουργούν θόρυβο. Επιπλέον, οι ευνοημένοι του συστήματος της μεταπολίτευσης είναι πολλοί περισσότεροι από τους κατέχοντες υψηλές θέσεις στην οικονομική και κοινωνική πυραμίδα. Είναι και πολλοί άλλοι που περιφέρονται, ζουν, παρασιτούν γύρω από το δημόσιο ταμείο –οργανικοί διανοούμενοι, πανεπιστημιακοί, καλλιτέχνες, δημόσιοι υπάλληλοι, συνδικαλιστές, κομματικά στελέχη, μεταπράτες και αντιπρόσωποι ξένων συμφερόντων, μέλη ΜΚΟ και πολλοί άλλοι. Γιατί αυτοί να αποδεχθούν την ασφυκτική κατάσταση που διαμορφώνεται στη χώρα;  Διότι  συνειδητά ή ασυνείδητα γνωρίζουν ότι στον ανοιχτό στίβο, χωρίς την κομματική πατρωνία, δεν μπορούν να επιβιώσουν, πως τα λίγα που έχουν δεν τα αξίζουν.

Στην αποδοχή αυτής της πολιτικής συμπεριφοράς τείνουν και ορισμένοι συντηρητικοί πολίτες, που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν και ως ρεαλιστές, ο οποίοι πειθήνια και νομοταγώς δεν αρνούνται να πληρώσουν τις φοροεπιδρομές και να υποστούν τις σκληρές θυσίες που εκ των πραγμάτων επιβάλλονται για την έξοδο της Ελλάδας από την πολυεπίπεδη κρίση. Η αφήγηση εδώ συνοψίζεται στην ορθή κατ΄ αρχάς διατύπωση που υποστηρίζει ότι «όποιος κοιτά στο παρελθόν δεν έχει μέλλον» και πως «αφού δεν φωνάξαμε όταν έπρεπε τώρα είναι αργά». Το ισχυρό επιχείρημα εδώ είναι ότι η πολιτική σταθερότητα εντός της μεγάλης ευρωπαϊκής οικογένειας αργά ή γρήγορα θα φέρει την οικονομική ανάκαμψη, όπως τόσες φορές στο παρελθόν έχει συμβεί. Ολοι αυτοί μαζί συγκροτούν τους -αμυνόμενους αυτή την εποχή- «μνημονιακούς», σύμφωνα με τον νεολογισμό του συρμού, που παρά τα φαινόμενα είναι όπως αναλύθηκε εξαιρετικά ισχυροί. Η συνύπαρξη στο ίδιο στρατόπεδο του θύματος με τον θύτη δεν είναι τόσο παράδοξη στην πολιτική όσο εκ πρώτης όψεως φαίνεται. Πολύ περισσότερο που στην περίπτωση της μεταπολιτευτικής αθλιότητας τα κριτήρια για τον διαχωρισμό των θυμάτων από τους θύτες είναι ασαφή και εύκολα διαπερατά. Ούτε στην ψυχιατρική το φαινόμενο είναι άγνωστο: ονομάζεται “Το Σύνδρομο της Στοκχόλμης”.
Στους αντίποδες η δεύτερη εναλλακτική λύση, στην οποία μπορεί να στρατευτεί κάποιος εν μέσω των καταιγιστικών εξελίξεων, είναι «η επανάσταση», η προσπάθεια για βίαιη ανατροπή του κατεστημένου που θα συνοδεύεται από στάση πληρωμών, αποχώρηση από την Ευρωπαϊκή Ενωση και ένα  νέο –εν πολλοίς ακαθόριστο και μάλλον άγνωστο- προσανατολισμό για τη χώρα και από εκτεταμένη κοινωνική αναταραχή. Στη βάση αυτή συνωθούνται οι λεγόμενοι «αντιμνημονιακοί», που προέρχονται από τα άκρα του πολιτικού άξονα και τροφοδοτούν το δυναμικό τους από τη συσσωρευμένη οργή, από την απελπισία των ντεσπεράντος που η ελληνική κοινωνία παράγει με ρυθμούς ακατάπαυστους τον τελευταίο καιρό. Η διαφορετική πολιτική αφετηρία εκκίνησης  συνιστά μια κυριαρχική αντίφαση που βαραίνει καταλυτικά  αυτό το κίνημα, μια αντίφαση που εμφανίστηκε εναργώς στους «αγανακτισμένους» αλλά και στα δεκάδες πολιτικά κόμματα  ή κινήσεις που έχουν αναδυθεί από την κρίση χωρίς να αποκτήσουν κάποια αξιοσημείωτη δυναμική.

Μια δεύτερη αντίφαση αφορά στους στόχους, τους πραγματικούς και όχι τους διακηρυσσόμενους, μιας τέτοιας συσπείρωσης.  Η νέα ευρωπαϊκή αριστερά και οι εδώ απηχήσεις της έχουν αποδεχθεί «τις αγορές» και ουσιαστικά από καιρό έχουν απορρίψει «την επανάσταση», που σύμφωνα με τη μετανεοτερική ανάλυση οδηγεί στον ολοκληρωτισμό. Στη θέση της έχουν προκρίνει τη λεγόμενη «δημοκρατική μετάβαση». Στην ίδια λογική συντάσσεται και η ευρωσκεπτικιστική δεξιά, που ασφαλώς δεν συζητεί για κοινωνική ανατροπή και οι ενστάσεις της περισσότερο αφορούν γεωπολιτικές εξελίξεις και ζητήματα εθνικής κυριαρχίας. Από την άποψη αυτή, δεν φαίνεται να μπορεί να υπάρξει κοινή βάση ούτε κάποιας μορφής προγραμματική ενότητα με τη σκληρή μαρξιστική αριστερά, που σταθερή στην ταξική ανάλυση ομιλεί για συστημική κρίση του καπιταλισμού και για πλήρη ανατροπή του κοινωνικού καθεστώτος.

 

Επιπλέον, ανασταλτικά λειτουργεί η υπαρκτή μεγάλη ευθύνη όσων «αντιμνημονιακών» συμμετέχουν ή προέρχονται από το πολιτικό προσωπικό της μεταπολίτευσης, η οποία δεν μπορεί πλέον να αποκρυβεί. Και η απουσία/έλλειψη ηγετικής προσωπικότητας που θα μπορούσε να συγκολλήσει, έστω και προσωρινά, τα τμήματα εκείνα του πληθυσμού που πλήττονται μέχρι εξοντώσεως από την κρίση, εξασθενίζει την ισχύ των «αντιμνημονιακών» στο απαιτητικό πολιτικό σκηνικό που διαμορφώνει η πολύπλευρη κρίση νομιμοποίησης των μεγάλων κομμάτων.

 

Από την άλλη πλευρά, οι «αντιμνημονιακοί» έχουν εύκολο έργο καθώς η πρωτοφανούς σκληρότητας αναδιάρθρωση της ελληνικής οικονομίας έχει ήδη δημιουργήσει τάγματα απελπισμένων, που σε λίγο θα γίνουν στρατιές. Εάν συνυπολογιστεί ότι οι Ελληνες είναι εθισμένοι στο λαϊκισμό είναι πιθανόν συν τω χρόνω η ισχύς των «αντιμνημονιακών» να αυξάνεται. Ασφαλώς όμως ένα τέτοιο ετερόκλητο, ανομοιογενές και εκ φύσεως αντιφατικό και αλληλοαναιρούμενο κίνημα έχει περιορισμένες δυνατότητες να επιφέρει σημαντικές πολιτικές αλλαγές και ως εκ τούτου η ένταξη στους «αντιμνημονιακούς» δεν συνιστά επιλογή αλλά λύση απελπισίας.

 

Η τρίτη διέξοδος είναι η μετανάστευση. Απευθύνεται και αγκαλιάζει ως προοπτική θαρραλέους, ταλαντούχους και δημιουργικούς Ελληνες που ασφυκτιούν στην απόλυτη διαπλοκή του προηγούμενου καθεστώτος και που παρατηρούν με θλίψη ότι και οι δύο προαναφερόμενες εναλλακτικές λύσεις του ελληνικού δράματος δεν οδηγούν σε αντιμετώπιση του προβλήματος αλλά σε εμβαλωματικές, κομματοκεντρικές αναπαραστάσεις, γραμμένες από τον ίδιο σεναριογράφο και γυρισμένες από τον ίδιο σκηνοθέτη.
Οι περισσότεροι από εκείνους που έχουν τα προσόντα να σταδιοδρομήσουν στο εξωτερικό παραμένουν στην Ελλάδα στο όνομα ενός επαινετού πατριωτισμού. Όμως έφτασε η στιγμή να καταλάβουν ότι αυτή τη φορά πατριωτισμός είναι η φυγή, είναι η προστασία του εαυτού και της οικογένειας από την πίεση ενός καταθλιπτικού συστήματος που αποσαρθρώνει κάθε δημιουργική προσπάθεια και συντρίβει κάθε καινοτομία.

Και είναι πατριωτισμός αυτή τη στιγμή η μετανάστευση, όχι μόνο επειδή οι προοπτικές στην προηγμένη Δύση είναι πλέον απείρως καλύτερες για επαγγελματική ανέλιξη· όχι μόνο διότι πολλές φορές στο παρελθόν η Διασπορά υπήρξε η πραγματική δύναμη ανόρθωσης  του Ελληνισμού· όχι μόνο διότι η αξιοκρατία που υφίσταται στα προηγμένα κράτη δημιουργεί υπεύθυνους και συνήθως ευημερούντες πολίτες.

Αλλά και επειδή είναι βέβαιο ότι όλοι εκείνοι οι δημιουργικοί πατριώτες που έχουν παλέψει με το «τέρας» της μεταπολιτευτικής Ελλάδας είναι εκείνοι που ως αφελή υποζύγια συντηρούν όλους τους υπόλοιπους: τους κομματανθρώπους, τους απατεώνες, τους Δ.Υ., τους «επαναστάτες». Στην ουσία αυτοί, με την εργασία τους και τη δημιουργικότητά τους, συντηρούν τους δυνάστες τους για λόγους εθνικούς… Αν αυτό πάψει, αν οι κηφήνες και τα παράσιτα δεν έχουν πλέον ύλη να απομυζήσουν… Τότε θα είναι μια καινούργια μέρα… Και θα έχει η Ελλάδα μια ελπίδα να αναγεννηθεί…

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Μετάβαση στο περιεχόμενο