Τελευταία Νέα

*Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας η καθ΄οιονδήποτε τρόπο παράνομη χρήση/ιδιοποίηση του παρόντος, με βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις για τον παραβάτη

του Δημήτρη Λάμπρου

Στην αυγή του νεοσύστατου ελληνικού κράτους μια πράξη βίας συγκλόνισε τα θεμέλιά του και άφησε ανεξίτηλα σημάδια στην ιστορική του πορεία: η δολοφονία του πρώτου Κυβερνήτη, Ιωάννη Καποδίστρια. Πρωταγωνιστής σε αυτό το τραγικό δράμα υπήρξε ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης, γιος του Πετρόμπεη, μια πολύπλοκη προσωπικότητα με εξέχουσα θέση στα επαναστατικά και μετεπαναστατικά πράγματα.

Η ιστορία τον κατέγραψε ως δολοφόνο, όμως η τελευταία του πράξη, η διαθήκη που συνέταξε λίγες ώρες πριν την εκτέλεσή του, αποκαλύπτει μια πολυσύνθετη ψυχή, γεμάτη αντιφάσεις, πίστη και εγκαρτέρηση. Μέσα από τις γραμμές αυτής της διαθήκης, αναδύεται όχι μόνο η προσωπική του τραγωδία, αλλά και η αντανάκλαση των βαθιών διχασμών και των πολιτικών παθών που μάστιζαν την Ελλάδα εκείνη την κρίσιμη περίοδο.

Το ιστορικό πλαίσιο

Ο Ιωάννης Καποδίστριας, κατά την άφιξή του στο Ναύπλιο τον Ιανουάριο του 1828, βρήκε μια χώρα διαλυμένη, με περιορισμένα εδάφη και μια κοινωνία κατακερματισμένη από τοπικιστικές έριδες και την παντοδυναμία των κοτζαμπάσηδων και των τοπικών αρχηγών. Η προσπάθειά του να επιβάλει μια συγκεντρωτική διοίκηση, να οργανώσει το κράτος, να δημιουργήσει τακτικό στρατό και να θέσει τις βάσεις για την οικονομική και κοινωνική ανασυγκρότηση, προσέκρουσε σε σφοδρές αντιδράσεις. Η επιβολή τάξης και η κατάργηση των προνομίων των ισχυρών οικογενειών, ιδίως στην Υδρα και τη Μάνη, δημιούργησε ένα ισχυρό μέτωπο αντιπολίτευσης.

Η αντιπολίτευση αυτή ήταν πολυπρόσωπη και πολυεπίπεδη. Περιλάμβανε προσωπικότητες όπως ο ναύαρχος Μιαούλης, πολιτικούς και Φαναριώτες όπως ο Μαυροκορδάτος και ο Τρικούπης καθώς και διανοούμενους όπως ο Αδαμάντιος Κοραής, ο Πολυζωΐδης και ο Θεόκλητος Φαρμακίδης, οι οποίοι μέσω της εφημερίδας «Απόλλων» και άλλων κειμένων, κατηγορούσαν τον Καποδίστρια για τυραννική συμπεριφορά. Παράλληλα, ξένοι παράγοντες και οι πρεσβευτές των δύο Μεγάλων Δυνάμεων (Αγγλία, Γαλλία) υποκινούσαν ή ενθάρρυναν την αντιπολίτευση, βλέποντας στον Καποδίστρια έναν ανεπιθύμητο παράγοντα για τα δικά τους συμφέροντα.

Στο επίκεντρο αυτής της αντιπαράθεσης βρέθηκε η ισχυρή οικογένεια των Μαυρομιχαλαίων από τη Μάνη. Η σύγκρουση με τον Κυβερνήτη, η οποία οδήγησε στη φυλάκιση του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη και στην οικονομική και πολιτική απομόνωση της οικογένειας, κλιμάκωσε την ένταση σε επικίνδυνα επίπεδα.

Η δολοφονία

Το πρωινό της Κυριακής 27ης Σεπτεμβρίου 1831, ο Ιωάννης Καποδίστριας, φορώντας το χαρακτηριστικό του παλτό-ρεντικότα και κρατώντας τα γάντια του, κατευθυνόταν προς τον ιερό ναό του Αγίου Σπυρίδωνα στο Ναύπλιο για να παρακολουθήσει τη Θεία Λειτουργία. Ηταν λίγο πριν ήλίγο μετά τις 06.00 π.μ. και τον συνόδευαν ο μονόχειρας Κρητικός Κοζώνης (ή Κοκκώνης) και ένας στρατιώτης, ο Λέων ή Λεωνίδης. Λίγα βήματα πριν την είσοδο του ναού, ο Κυβερνήτης έβγαλε το καπέλο του για να εισέλθει ασκεπής όπως επέβαλε το εκκλησιαστικό τυπικό.

Εκείνη τη στιγμή, τον περίμεναν οι δύο εκτελεστές: ο Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης, αδελφός του Πετρόμπεη, και ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης, γιος του. Υπό το απαθές βλέμμα των επιτηρητών τους Ιω. Καραγιάννη και Αν.Γεωργίου ο Κωνσταντίνος άρπαξε τον Καποδίστρια με το αριστερό του χέρι και τον πυροβόλησε με την πιστόλα που κρατούσε στο δεξί, στο ινιακό οστό, πίσω από το δεξί αυτί. Σχεδόν ταυτόχρονα, ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης τον μαχαίρωσε με το αμφίστομο μαχαιρίδιό του στη δεξιά βουβωνική περιοχή. Ο Κυβερνήτης έπεσε νεκρός.

Η δολοφονία προκάλεσε άμεση αναταραχή. Ο μονόχειρας συνοδός του Καποδίστρια, Κοζώνης, πυροβόλησε τον Κωνσταντίνο Μαυρομιχάλη, τραυματίζοντάς τον ελαφρά. Ο Κωνσταντίνος, στην προσπάθειά του να διαφύγει, λιντσαρίστηκε από το εξαγριωμένο πλήθος και τελικά του δόθηκε η χαριστική βολή από τον Σουλιώτη στρατηγό Φωτομάρα. Το πτώμα του Κωνσταντίνου σύρθηκε από στρατιώτες μέσα από τους δρόμους του Ναυπλίου, υπέστη βεβήλωση από το εξαγριωμένο πλήθος και τελικά μεταφέρθηκε στο φρούριο του Παλαμηδίου. Αυτή η συμπεριφορά αποκαλύπτει τον βαθμό λαϊκής αγανάκτησης.

Ο Γεώργιος/Γεωργάκης Μαυρομιχάλης κατόρθωσε να διαφύγει και να ζητήσει άσυλο -τελικά- στο Γαλλικό Προξενείο. Η άρνηση των Γάλλων να τον παραδώσουν προκάλεσε την οργή του λαού καθώς αποκάλυψε την ευθραυστότητα της ελληνικής κυριαρχίας και την εξάρτηση της πολιτικής τάξης από τις Προστάτιδες Δυνάμεις. Υπό τον κίνδυνο γενικευμένης σύρραξης, το Προξενείο παρέδωσε τον Γεώργιο Μαυρομιχάλη. Πρέπει να παρατηρηθεί εδώ η αρχική με διάφορες προφάσεις άρνηση των Γάλλων να παραδώσουν τον Γεωργάκη Μαυρομιχάλη ως όφειλαν.

Μετά τη σύλληψή του, ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης οδηγήθηκε ενώπιον εκτάκτως συγκροτηθέντος δικαστηρίου, το οποίο συνεδρίασε και εξέδωσε απόφαση θανατικής καταδίκης. Η διαδικασία υπήρξε συνοπτική και διεξήχθη σε κλίμα έντονης πολιτικής φόρτισης, υπό το βάρος της λαϊκής αγανάκτησης και της γενικευμένης πολιτικής κρίσης. Η εκτέλεση πραγματοποιήθηκε στις 10 Οκτωβρίου 1831, έξω από την Ξηρά Πύλη του Ναυπλίου, διά τυφεκισμού από εκτελεστικό απόσπασμα.

Η Διαθήκη του Γεωργίου Μαυρομιχάλη

Πριν από την εκτέλεσή του, ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης μεταφέρθηκε στο Παλαμήδι και κρατήθηκε στον προμαχώνα Κιζντάρ-Ντάπια. Κατά τη διάρκεια της νύχτας του επετράπη να μεταβεί στο παρεκκλήσι του Αγίου Ανδρέα, όπου συνέταξε ιδιοχείρως τη διαθήκη του, παρουσία του Δημόσιου Μνήμονα Ναυπλίου (συμβολαιογράφου) Χαράλαμπου Παπαδόπουλου και μαρτύρων. Η διαθήκη αυτή, που φυλάσσεται σήμερα στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα χειρόγραφα τεκμήρια της περιόδου (φωτό κάτω).

Η Εξάρτηση από τον ξένο παράγοντα

Το πιο αποκαλυπτικό στοιχείο της διαθήκης είναι η σχέση του Γεωργίου Μαυρομιχάλη με τις Μεγάλες Δυνάμεις. Σε ένα απόσπασμα που φωτίζει την πολιτική συνείδηση ολόκληρης μιας τάξης, γράφει:

επίσης δε δέομαι θερμώς και των τριών φιλανθρώπων Δυνάμεων, αίτινες έχυσαν τόσον αίμα, και τόσας άλλας πολυειδείς θυσίας υπέρ της Ελλάδος έκαμαν να μη ανεχθούν επομένως και ακολούθως να δουλωθή από κανένα άνθρωπον, αλλά να στηρίξουν την ελευθερίαν της και τους καλούς της Νόμους και να την υπερασπίζωνται, καθώς να υπερασπίζωνται και να ευνοούν και τους Γονείς μου και λοιπούς συγγενείς μου.”

Αυτή η παράγραφος είναι αποκαλυπτική. Ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης, λίγες ώρες πριν την εκτέλεσή του, απευθύνεται στις τρεις Προστάτιδες Δυνάμεις (Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία) με τον ίδιο ακριβώς τόνο θερμής παράκλησης που απευθύνεται στην οικογένειά του και στον Θεό. Τις παρακαλεί να προστατεύσουν την Ελλάδα από τη δουλεία “από κανένα άνθρωπον”, αλλά στην ίδια πρόταση, χωρίς διάκριση ή δισταγμό, ζητά να προστατεύσουν και “να ευνοούν” τους γονείς του και τους συγγενείς του.

Η σύνδεση αυτή δεν είναι τυχαία ούτε ρητορική. Αποκαλύπτει μια βαθιά πολιτική νοοτροπία: την πεποίθηση ότι οι ξένες δυνάμεις είναι οι πραγματικοί κηδεμόνες της Ελλάδας και των ισχυρών οικογενειών της. Ο Γεώργιος δεν απευθύνεται στο ελληνικό κράτος, στους θεσμούς, στην κοινωνία ή στον ελληνικό λαό. Απευθύνεται στις Μεγάλες Δυνάμεις ως την ανώτατη και τελική αρχή, ως τους φυσικούς προστάτες και διαιτητές της ελληνικής πραγματικότητας.

Η αναφορά στην “ελευθερία από κάθε άνθρωπο” σε αυτό το πλαίσιο αποκτά διπλή και ειρωνική σημασία. Από τη μια μπορεί να αναφέρεται στον Καποδίστρια (τον “τύραννο”), από την άλλη όμως εκφράζει μια νοοτροπία που δεν βλέπει την ξένη κηδεμονία ως δουλεία αλλά ως φυσική κατάσταση πραγμάτων. Η πραγματική “δουλεία” για τον Γεώργιο δεν είναι η εξάρτηση από τις ξένες δυνάμεις, αλλά η υποταγή στην κρατική εξουσία που επιχειρεί να περιορίσει την αυτονομία της οικογένειάς του.

Η πολιτκή νοοτροπία των κοτζαμπάσηδων

Αυτή η νοοτροπία δεν ήταν ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του Γεωργίου Μαυρομιχάλη. Ηταν η κυρίαρχη πολιτική κουλτούρα των ισχυρών οικογενειών της εποχής, που είχαν μάθει κατά τη διάρκεια του Αγώνα να στηρίζονται στις ξένες δυνάμεις για να εξασφαλίζουν την τοπική τους κυριαρχία έναντι άλλων ελληνικών φατριών. Ο Καποδίστριας απειλούσε αυτό ακριβώς το σύστημα: προσπαθούσε να δημιουργήσει ένα κράτος που θα είχε την πρωτοκαθεδρία έναντι των τοπικών δυναστών και που δεν θα εξαρτιόταν αποκλειστικά από τις διαθέσεις των ξένων πρεσβευτών.

Η γαλλική προστασία που έσπευσε να δώσει άσυλο στον Γεώργιο αμέσως μετά τη δολοφονία, και η αρχική άρνηση του γαλλικού προξενείου να τον παραδώσει παρά τη σοβαρότητα του εγκλήματος, επιβεβαιώνει την ύπαρξη αυτής της “ειδικής σχέσης”. Οι Γάλλοι δεν προστάτευσαν έναν τυχαίο πολίτη, προστάτευσαν έναν σύμμαχο.

Η διαθήκη αποκαλύπτει ακόμα την πολιτική συνείδηση και τη θρησκευτική βαθύτητα ενός ανθρώπου που, παρά την τραγική του μοίρα, έμεινε πιστός στις αρχές του αλλά και στη σχέση του με τον ξένο παράγοντα. Αποκαλύπτει έναν άνθρωπο που πίστευε ειλικρινά ότι υπηρετούσε την ελευθερία της Ελλάδας δολοφονώντας τον “τύραννο” αλλά που ταυτόχρονα αδυνατούσε να καταλάβει ότι η πραγματική ελευθερία απαιτούσε ακριβώς αυτό που ο Καποδίστριας επιδίωκε: την απεξάρτηση από τις ξένες δυνάμεις και τη δημιουργία αυτόνομων θεσμών.

Η σιωπηρή ομολογία

Σημαντικό στοιχείο της διαθήκης είναι και αυτό που δεν λέγεται: η σιωπή, η οποία λειτουργεί ως διάκριση μεταξύ πράξης και κρίσης.

Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης, στη διαθήκη του, χαρακτηρίζει ρητά «άδικη» όχι την καταδίκη καθαυτή, αλλά «την κρίση και τον τρόπο όπου εκρίθη». Η διατύπωση αυτή εισάγει μια σαφή διάκριση ανάμεσα στην πράξη και στη διαδικασία απονομής της δικαιοσύνης. Ο ίδιος φαίνεται να αποδέχεται τις συνέπειες της πράξης του, αμφισβητώντας όμως το συνοπτικό και πολιτικά φορτισμένο πλαίσιο μέσα στο οποίο εκδόθηκε η απόφαση.

Η διάκριση αυτή είναι αποκαλυπτική. Αν ο Μαυρομιχάλης θεωρούσε εαυτόν αθώο ως προς τη δολοφονία, θα είχε κάθε λόγο να καταγγείλει όχι μόνο τον τρόπο της κρίσης, αλλά και την ίδια την ουσία της κατηγορίας. Αντιθέτως, περιορίζεται αυστηρά στην καταγγελία της διαδικασίας, ενώ αποφεύγει επιμελώς οποιαδήποτε δήλωση περί μη συμμετοχής στο έγκλημα. Έτσι, η σιωπή του δεν λειτουργεί ως άρνηση της πράξης, αλλά ως ένδειξη συνειδητής ανάληψης της ευθύνης, συνοδευόμενης από ηθική και θρησκευτική συμφιλίωση με το τίμημά της.

Επιπλέον, απορρίπτει κάθε ιδέα εκδίκησης. Ζητά συγγνώμη από όλους, ακόμη και από τους δικαστές του, και εκφράζει τη βαθιά του πίστη στη μεταθανάτια δικαιοσύνη. Η στάση αυτή αποκαλύπτει έναν άνθρωπο που έχει συμφιλιωθεί με την πράξη και τις συνέπειές της, όχι έναν αδίκως καταδικασμένο αθώο.

Ιδιαίτερη σημασία έχει και η μεταγενέστερη στάση του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη. Στην πολιτική του διαθήκη, η οποία δημοσιεύθηκε δεκαετίες μετά τη δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια, ο πατριάρχης της οικογένειας αποδέχεται την ευθύνη των Μαυρομιχαλαίων για την αποτρόπαιη πράξη, διαχωρίζοντας ωστόσο τη θέση του μόνο ως προς τη γνώση και συμμετοχή στον σχεδιασμό της. Η παραδοχή, παρά την διφορούμενη διατύπωση, έχει ιδιαίτερη ιστορική βαρύτητα, καθώς προέρχεται από τον ίδιο τον αρχηγό της οικογένειας και δεν γράφεται υπό το κράτος άμεσης πολιτικής ή δικαστικής πίεσης.

Η στάση αυτή αποδυναμώνει ουσιαστικά τα μεταγενέστερα αναθεωρητικά σενάρια που επιδιώκουν να μετατοπίσουν την πράξη σε άλλους φυσικούς αυτουργούς. Παράλληλα, σε ορισμένες μαρτυρίες και μεταγενέστερες αναφορές γίνεται λόγος για την παρουσία προσώπων στον χώρο του εγκλήματος που δεν ταυτοποιήθηκαν ποτέ με σαφήνεια και των οποίων ο ρόλος παραμένει αδιευκρίνιστος. Η ύπαρξη τέτοιων αναφορών δεν επιτρέπει ασφαλή συμπεράσματα ούτε αναιρεί την ταυτότητα των φυσικών αυτουργών, εντάσσεται όμως στο γενικότερο πλαίσιο έντονης ξένης διπλωματικής δραστηριότητας και παρασκηνιακών παρεμβάσεων στην Ελλάδα της περιόδου.

Ιστορική Αποτίμηση

Η δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια δεν υπήρξε απλώς το τέλος μιας ζωής, υπήρξε το βίαιο σταμάτημα μιας ιστορικής δυνατότητας. Μαζί με τον πρώτο Κυβερνήτη δεν έπεσε μόνο ένας άνθρωπος αλλά και το όραμα μιας συγκροτημένης, ανεξάρτητης και θεσμικά οργανωμένης Ελλάδας, ικανής να υπερβεί τις τοπικές φατρίες, τα οικογενειακά συμφέροντα και την ασφυκτική επιρροή των Μεγάλων Δυνάμεων. Το έγκλημα, όσο κι αν ντύθηκε με τον μανδύα της “τυραννοκτονίας”, αποκάλυψε την αδυναμία του νεοσύστατου κράτους να ανεχθεί τη σκληρή αλλά αναγκαία πειθαρχία της κρατικής συγκρότησης και την πάντοτε ύπουλη βοήθεια των ξένων δυνάμεων.

Ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης, μέσα από τη διαθήκη του, δεν δικαιώνεται φυσικά ιστορικά, αλλά φωτίζεται ανθρώπινα. Οσα γράφει δεν αναιρούν την ευθύνη του, αντίθετα, την περιβάλλουν με μια τραγική συνείδηση καθήκοντος, πίστης και εσωτερικής γαλήνης μπροστά στον θάνατο. Το κείμενό του λειτουργεί ως καθρέφτης μιας εποχής όπου η προσωπική τιμή, η οικογενειακή αφοσίωση και η πολιτική σύγκρουση συγχέονταν μοιραία, και όπου η εξάρτηση από τις ξένες δυνάμεις θεωρούνταν όχι ντροπή αλλά φυσική πολιτική τακτική.

Η Ελλάδα πλήρωσε βαρύ τίμημα. Η ακυβερνησία, η αναρχία και η εξάρτηση που ακολούθησαν επιβεβαίωσαν εκ των υστέρων ότι ο Καποδίστριας ήταν ένας πρόωρος μεταρρυθμιστής σε έναν τόπο που δεν είχε ακόμη συμφιλιωθεί με την έννοια του κράτους, πράγμα που εκμεταλλεύθηκαν οι Προστάτιδες Δυνάμεις για να σπείρουν τον διχασμό και την καθυστέρηση. Σε όλες τις περιπτώσεις το αίμα που χύθηκε έξω από τον Άγιο Σπυρίδωνα δεν έλυσε κανένα πρόβλημα, αντίθετα, τα πολλαπλασίασε.

Ετσι, η δολοφονία του Καποδίστρια παραμένει μέχρι σήμερα μια ανοιχτή πληγή της ελληνικής ιστορίας και ταυτόχρονα ένα διαχρονικό μάθημα για τον τρόπο που οι τοπικές φιλοδοξίες, οι οικογενειακές έχθρες και η εξάρτηση από ξένα συμφέροντα μπορούν να καταστρέψουν την προοπτική της εθνικής αυτοτέλειας. Ενα μάθημα που λίγοι κατανοούν σε όλες του τις διαστάσεις.

Παράρτημα Αʹ – Η ιδιόχειρη διαθήκη του Γεωργίου Μαυρομιχάλη (1831)

«Εν ονόματι του Ιησού Χριστού και Θεού μου, και υπεραγίας ημών δεσποίνης, των αγίων, αγγέλων και αρχαγγέλων, αμήν. Επειδή μέλλει ως άνθρωπος να αποθάνω, δέομαι θερμώς να με συγχωρήσουν τον αμαρτωλόν και να με ελεήσουν, ως φιλάνθρωπος πολυέλεος και πολυεύσπλαχνος όπου είναι ο Ιησούς Χριστός μας.Μεσιτεία της υπεραγίας ημών δεσποίνης, των αγίων, αγγέλων και αρχαγγέλων. Ακολούθως δε αιτώ δακρυροώς συγχώρησιν παρ’ όλων των χριστιανών και παρ’ όλων των ανθρώπων εις όσους έπταισα ή και μη οίτινες έστωσαν και παρ’ εμού του αμαρτωλού συγχωρημένοι, και ο κύριός μας να τους συγχωρήση και αναπαύση εγκόλποις Αβραάμ, ότι ο παρών κόσμος είναι πρόσκαιρος και μάταιος, και έκαστος ας αγωνισθή να απολαύση το έλεος και συγχώρησιν του Χριστού και Θεού μας, ίνα κερδήση την παντοτεινήν ζωήν˙ ειδέ αλλοίμονον, ως και εις εμέ τον αμαρτωλόν˙ έστωσαν δε συγχωρημένοι και όσοι με κατεδίκασαν εις τον θάνατον, και ο Θεός μας ας τους συγχωρήση και ουδείς των συγγενών μου δηλ: Πατρός, Μητρός, αδελφών, θείων, ή και αυτής της πολυπαθούς και τεθλημένης γυναικός μου, να εγκαλέση τινά εξ αυτών˙ ούτε προσέτι η ιδία πατρίς μου δηλ: η Ελλάς να ζητήση ένεκα της αδίκου κρίσεως και τρόπου όπου εκρίθην ικανοποίησιν˙ αλλά δέομαι των πάντων ομογενών μου Ελλήνων να ενωθώσιν ειλικρινώς και να υπερασπισθούν τα δίκαια της φιλτάτης πατρίδος μας Ελλάδος, υπέρ της οποίας αποθνήσκω και εγώ ο αμαρτωλός˙ να στερεώσουν τρόπον ελεύθερον εκλογών, σύνταγμα, και νόμους ελευθέρους και υπέρ της διατηρήσεως των οποίων να μάχωνται ως διδάσκει ο θείος απόστολος, μάχου υπέρ πίστεως και πατρίδος.

Δέομαι θερμώς όλης της Ελλάδος και όλων των αξιωματικών, πολιτικών και στρατιωτικών, να αγαπούν και να υπερασπισθούν τους δυστυχείς Γο¬νείς μου, αδελφούς μου, θείους μου και λοιπούς συγγενείς μου, ως και αυτήν την αθλίαν και τεθλημένην σύζυγόν μου• επίσης δε δέομαι θερμώς και των τριών φιλανθρώπων Δυνάμεων, αίτινες έχυσαν τόσον αίμα, και τόσας άλλας πολυειδείς θυσίας υπέρ της Ελλάδος έκαμαν να μη ανεχθούν επομένως και ακολούθως να δουλωθή από κανένα άνθρωπον, αλλά να στηρίξουν την ελευθερίαν της και τους καλούς της Νόμους και να την υπερασπίζωνται, καθώς να υπερασπίζωνται και να ευνοούν και τους Γονείς μου και λοιπούς συγγενείς μου.Επομένως απ’ όλα ταύτα αιτώ δακρυροώς την ευχήν και συγχώρησιν του Σ. Πατρός μου, της Μητρός μου, της κυρούλας μου, των θείων μου, των αδελφών και εξαδέλφων μου, και όλων των συγ¬γενών μου, και ας είναι και ούτοι συγχωρημένοι από τον Ιησού Χριστόν μας και απ’ εμέ τον αμαρτωλόν˙ας με συγχωρήσουν oι Γονείς μου εις ότι τους έπταισα εκ νεότητός μου, και η ευχή τους ας δυσωπήση τον Χριστόν και Θεόν μας εις το να ελεήση και εμέ τον αμαρτωλόν.

Επειδή όμως και ως άνθρωπος είμαι ανακατομένος και χρεωστώ εις πολλούς και έχω ενταυτώ λαμβάνειν παρά τινων και από το έθνος, προ πάντων όμως χρεωστώ την προγαμιαία[ν] δωρεάν της γυναικάς μου, ήτις πρέπει να προτιμηθή, αλλά μη έχων τόσην πολλήν κατάστασιν ώστε να φθάνη την προγαμιαίαν δωρεάν και τους χρεωφειλέτας μου, ιδού τα διορίζω ως ακολούθως˙ η προγαμιαία δωρεά της τεθλημένης μου συζύγου είναι δύο χιλιάδες τάλληρα, αναλόγως της προικός όπου ελάμβανον, αγκαλά είναι και ολίγη.Τα δε χρέη μου είναι τα ακόλουθα˙ χρεωστώ πεντακόσια τάλληρα εις τον Κ. Καριτζιώτην οπού είναι εις Τριέστι, και ταύτα από τον καιρόν όπου επήγα στην Αγκώνα σταλμένος παρά τον έθνους• και επειδή ετράβηξα πόλιτζα και δεν επληρώθη, ο ρηθείς να πληρωθή από τα απο¬δεικτικά μου όπου έχω λαμβάνειν από το έθνος, διότι το έθνος χρεωστεί να τα δώση, επειδή κατά διαταγήν του ήμην εκεί και τα εξώδευσα, αγκαλά εξαργυρώνει και τα αποδεικτικά του. Ωσαύτως και όσα μέλλει να λαμβάνη ο Κ. Δουρούτης από Αγκώνα, να τα λάβη και αυτός από τα αυτά αποδεικτικά. Χρεωστώ και προς τον Κ. Χριστόδουλον Μαρίνογλου εκατόν τάλ¬ληρα οπού με τα εδάνεισαν εις Κοριφούς και να τα λάβη από τα αποδει¬κτικά τα αυτά.Χρεωστώ και δι’ ομολογίας μου προς τον θείον μου Κ. Δημητράκη Πικουλάκη χίλια πεντακόσια γρόσια, από τα οποία έλαβεν από άλλας μας δοσοληψίας τα εξακόσια, τα δε άλλα τα χρεωστώ, καθώς επίσης χρεωστώ και προς τον θείον μου τον Θεοδόσιον έως χίλια τριακόσια γρόσια: και οι δύο ούτοι να τα λάβουν από την ομολογίαν του Νικολή Τζιριγοτάκη, και του αγίου Πρωτοσυγγέλου συμπεθέρου μας. Αυτά όλα τα χρέη είναι προτού νυμφευθώ, διό και ως γράφω ούτω να πληρωθούν.

Μετά δε τους Γάμους μας είναι τα ακόλουθα, τα οποία εκάμαμεν μετά της τεθλημένης γλυκυτάτης συζύγου μου. Του Κ. Γιάγκου Σούτζου του χρεωστούμεν εκατόν εξήντα τρία τάλληρα και έχει ομολογίαν δια τριακόσια, και επειδή δεν είχε να μας δώση τα άλλα έμεινεν η ομολογία, χρεωστούμεν και χωρίς ομολογίας εις τον Κ. Λυκούργον Ίω. Κρεστενίτην τριακόσια πενήντα γρό¬σια, πάρα πάνω ή πάρα κάτω, ο ίδιος εξεύρει. χρεωστούμεν χίλια πεντακόσια γρόσια δι’ ομολογίας μας προς τον Κ. Βασιλάκη Χριστόπουλον. Επίσης με ομολογίαν μας άλλα τόσα εις τον Κ. Ιω. Μπαρλαδά˙ μίαν Ισπανικιά δούπια εις τον κουμπάρον μας Καμπερόπονλον, και ήμισυ εις τον κ. Δημήτριον Τομαρά ή δέκα τάλληρα δεν ενθυμούμαι, διότι με τα ήφερεν ο Τριαντάφιλος άνθρωπος μας τότε, χρεωστούμεν και προς τον Κ. Χρ. Τζάντα σαράντα Γαλλικά και έως επτακόσια γρόσια εις τον μπάρπα Τζανέτον, ο οποίος έχει όλα μου τα φορέματα, το δικάνολον δουφέκι και το φράγγικον σπαθί μου• όλων των άνω ειρημένων τα χρέη, καθώς και της Κ. Μπενάκενας, το οποίον χρεωστούμεν, να πληρωθούν εκ των εισοδημάτων της προικός μου, τα οποία είναι ικανότατα να τα αποπληρώσουν˙ καθώς και επτά τάλληρα οπού χρεωστώ εις τον Κ. Κωνστ. Κλονάρην, να πληρω¬θούν επίσης.

Εις δε τον Μανέαν(;) Γιανάκη χρεωστούμεν επτακόσια τριάντα γρόσια, και δέκα τάλληρα προτήτερα˙ και έχει αμανάτια εδικά μας εις χείρας του Mισέ Στρατή, ένα μαλαγματένιον ώρολόγιον ρεπετιτζιόνε καλόν, εν μακρύ παλαιόν δακτυλίδι διαμαντένιον, το οποίον κάμνει έως εξακόσια γρόσια, ένα μαλαγματένιον ζουνάρι δρ(άμια) δεκατρία, και μία σχεδόν οκά ασήμια γγεμίου˙ το δακτυλίδι και ζουνάρι είναι ίδια της τεθλημένης μου γυναικός. Τα γρόσια ταύτα να δωθούν από το εισόδημα της προικός και να τα λάβη η γυναίκα μου. Επίσης δε να πληρωθή και ο κουμπάρος μου Κ. Γεώργιος Θεοφανόπουλος δια το ενοίκιον του οσπητίου του δέκα επτά μηνιάτικα, διότι τα άλλα επτά τα έχω πληρωμένα, προς γρόσια διακόσια τον μήνα, και όσα άλλα οπού εψωνίζαμεν του χρεωστούμεν εις το εργα¬στήρι, πάνω ή κάτω, και μερικά άλλα του σπητιού έως διακόσια γρόσια, όλα ταύτα, τα τε ενοίκια και λοιπά θέλει πληρωθή και ο ρηθείς εκ των εισοδημάτων της προικός, διότι ως είπον είναι ικανά να τους αποπληρώσουν όλους. να λάβουν και oι Πετρινιώτες χιλίων γροσίων ενδεικτικά μου εξ ων έχω λαμβάνειν από το έθνος, διότι υποπτεύομαι ότι τους ηδίκησα μίαν φοράν.Προσθέτω όσα πρέπει να δοθούν εξ ών έχω πραγμάτων.

Να δώση ο αδελφός Αναστάσιος προς τον Κ. Σπυλιωτόπουλον το νδουφέκι όπου έχει ο εξάδελφός μας Γεώργιος Κουράκος, και το κανοκυάλι όπου το έχει ο θειός μας Ηλίας Δημητρακαράκος, διότι αυτά δεν είναι ιδικά μου αλλ’ είναι του Κ. Σπηλιοτοπούλου. Ήτον και ένα άλλον δουφέκι του ιδίου, το οποίον δεν ηξεύρω τι έγινε, αλλ’ εκ των πραγμάτων μου να πληρωθή ογδοήκοντα γρόσια˙ η δε αθλία και γλυκυτάτη μου σύζυγος να δώση εις τον φίλτατόν μου αυτάδελφον Αναστάσιον το μονόπετρον διαμαντένιον δακτυλίδι και το (το) πλατύ και όχι πολύτιμον λουλούδι, διότι είναι ιδικά του και της γυναικός του. Ενταύθα ακολούθως έπονται τα ψυχικά μου, και παρακαλώ την γλυκυτάτην μου σύζυγον να τα δώση αμέσως έως εις τας εννέα του θανάτου μου. και ταύτα θέλει τα δώση από τα φορέματά μου, τα οποία ή να τα πωλήση και να δώση παράδες, ή τα ίδια αφιερεί εις τας εκκλησίας και μοναστήρια. Να δώση εις το άγιον Μέγα Σπήλαιον ήτοι εκατόν πενήντα γρόσια δια να μνημονεύωμαι, να δώση εις τους Ταξιάρχας εκατόν γρόσια.Εις τον άγιον Βλάση πενήντα εις Τρίκαλα «Επειδή το χαρτί δεν εξήρκεσεν ακολουθεί άλλη κόλα και κανείς να μη δύναται να τας χωρίση τας κόλας και υποσημειούμαι Γεώργιος Μαυρομιχάλης έγραψα εις την ώραν του θανάτου μου

ιδίαις χερσί // ακολουθεί η δευτέρα κόλα και τα πλέον ουσιώση τα έχη η πρώτη κόλα, και κανείς να μη δύναται να χωρίση ταις κόλαις και να διαιρέση την διαθήκην μου».

Εις τον άγιον Βλάσην ως είπον πενήντα εις Τρίκκαλα. Εις τον άγιον Γεώργιον πενήντα. Εις τον άγιον Ανδρέαν όπου επροσευχήθην εκατόν, δηλ. του Παλαμιδίου. Εις τον άγιον Ιωάννην του Άργους, εις τον Πρόδρομον εκατόν γρόσια, εις τον άγιον Γεώργιον του Ναυπλίου πενήντα γρόσια και πενήντα εις τον άγιον Σπυρίδωνα δια να με μνημονεύουν τον αρματωλόν. Να δώσης, ω αγαπητή μου γυναίκα και σαράντα γρόσια της χήρας κρητικιάς όπου είναι εις το σπίτι του Ναυπλίου, και άλλα σαράντα της άλλης κρητικιάς όπου έχει το κοριτζάκι. Να μεράσης εις τους πτωχούς και εις τα ορφανά πεντακόσια γρόσια, και αν δύνασαι και χίλια, να με ενθυμείσαι συχνά, και δις της εβδομάδος να διορίζης να λειτουργούν υπέρ της ψυχής μου, ή καν μιαν φοράν, αν δεν δύνασαι δύο.Να λάβης από τον εξάδελφόν μας Ηλία Δημητρακαράκον ταις πιστόλαις μου και τα ασημένια πατρόνια μου, ταις οποίαις και τα οποία τα πωλείς και δίδεις ευθύς τα όσα γράφω.

Να πωλήσης το άτι μου και να δώσης είκοσι πεντάφραγκα εις τον Κ. Νικόλαον Μαυρομάτην, να πληρώσης τον σεΐζη οπού του χρεωστούμεν έξ ή επτά μηνιάτικα. Να πληρώσης οκτώ γρόσια του πεζού οπού είχον στείλη εις την Κόρινθον, τον οποίον γνωρίζει ο Αναστάσης˙ να δώσης και του Κωσταντή του ορφανού οπού έχομεν στο σπήτι εκατόν γρόσια, ή να του βάλης στο διάφορον δια να του αυξήσουν, πλήν ο τόκος να είναι μικρός, και όχι ως συνηθίζουν εδώ. τέλος πάντων τα ψυχικά μου να τα δώσης αμέσως έως ταις εννέα, εβγάζουσα τα ρούχα μου εις την πώλησιν, ή να τα αφιερώσης˙ ρούχα οπού να αχρήζουν την κάθε τιμήν οπού λέγω.

Φιλτάτη μου γύναι, μην καταδεχθής ποτέ δια να με αφήσης στερημένη την ψυχήν μου την αμαρτωλήν, αλλ’ ως γράφω ούτω να κάμης˙ πώλησε το νδουφέκι μου, τα φορέματά μου και δόσετέ τα αμέσως ή αφιέρωσε τα ίδια και οι ηγούμενοι των Μοναστηρίων και οι επίτροποι των εκκλησιών ας τα πουλήσουν. προσέτι σε αφιερώνω εις την θείαν Πρόνοιαν, εις την οποίαν να έχης πάντοτε την προσήλωσίν σου και από την κυρίαν μας Θεοτόκον να ελπίζης, και ποτέ σου να μη θελήσης να ακούσης κόλακας ή υποκριτάς, διότι εγώ σε ομνύω αγαπητή μου συμβία, ότι όλα ταύτα τα του κόσμου είναι μάταια, και εν ω ήμην τώρα εις τα δεσμά τα είδον με τα ίδιά μου ομάτια και εγνώρισα βεβαίως την δύναμιν του Θεού μας, του Χριστού μας και της υπεραγίας μας δεσποίνης, τους οποίους νυχθημερόν να λατρεύης και να δέεσαι δια τον εαυτόν σου, δια την ορφανήν Φωτεινή και δια την τεθλημένην ψυχήν μου. σε αφιερώνω εις την κυρίαν μας θεοτόκον γλυκυτάτη μου συμβία και σε εξορκίζω εις αυτήν να μην υπανδρευθής και μείνη η Φωτεινή εις τους πέντε δρόμους, ή την κτυπά ο άνδρας σου. σε εξορκίζω πάλιν εις την χάριν της να μην υπανδρευθής, αλλά καθώς όταν έπιπτε μεταξύ μας λόγος με ορκίζεσου ότι δεν θέλεις το κάμης ποτέ εάν μοί ακολουθήση θάνατος.Ιδού λοιπόν τώρα όπου αποθνήσκω και σε παρακαλώ θερμώς και σε εξορκίζω εκ τρίτου εις την κυρίαν μας Θεοτόκον να μην υπανδρευθής, αλλά να σταθής χήρα με σωφροσύνη και τιμιότητα, νηστεία και προσευχή αγαπητή μου γυναίκα, διότι τούτου του κόσμου είναι όλα πρόσκαιρα και μάταια.

Λοιπόν να αναθρέψης καλώς την Φωτεινήν και αν ο θεός θελήση και αποκτήσης και αρσενικόν παιδίον οπού είσαι έγγυος, να το ονομάσης Γεώργιον˙ ή δε και αποκτήσης θυληκόν, να το ονομάσης Γεωργίτζαν και να έχης και όνομά μου τοιουτοτρόπως πάντοτε εις την μνήμην σου. να περιποιήσαι τα παιδία μας, αν σας χαρίση και άλλο ο Θεός και Χριστός μας˙ να φυλάττης την ζωήν τους και να διδάξης τα γράμματα, την χρηστοήθειαν και την ευσχημοσύνην και τιμιότητα˙ να ζης πάντοτε με τον καλοκάγαθον πενθερόν σου και να μη καθήσης μόνη σου, διότι ο κόσμος θα σε επισωρεύση πολλά. τον πενθερόν σου σε αφήνω να σε επιτροπεύη και με την γνώμην και συμβουλήν του να κινάς κάθε πράγμα σου και δουλειά σου.Ομοίως ας είναι συγχωρημένοι από τον Ιησούν Χριστόν και Θεόν μας ο πενθερός μου και ο θειός μας με όλους τους λοιπούς συγγενείς μας και από εμένα τον αμαρτωλόν και αι ευχαί των ας με συνοδεύσουν.

Πλην αγαπητή μου συμβία να αγαπήσης με αυτούς δια μέσου του πενθερού σου και να φυλαχθής να μη δώσης το προικοσύμφωνόν σου, διότι με αυτό θέλεις περάσης καλώς, θέλεις αναθρεύσεις τα παιδία μας και θέλεις ακολούθως τα προικίσεις. Όθεν ο πενθερός σου να σταθή μαζί με τον συνήγορόν μας Κ. Κλονάρη να κάμετε μιαν φθιάσιν δικαίαν και καλήν, να πληρωθούν τα χρέη, να λάβουν και συνήγοροί μας άλλας οκτώ ήμισυ χιλιάδας γρόσια διότι τους έχω δομένα έως χίλια πεντακόσια πενήντα˙ λοιπόν δια μέσου του πενθερού σου να αγαπήσης και να τα φθιάσης με τους γονείς σου, αλλά πάντοτε να ζης με τον καλοκάγαθον πενθερόν σου, δια να βλέπη και αυτός τα παιδία μας να παρηγορείται ο άθλιος πατήρ ο οποίος εγέννησεν τόσους υιοὐς και δια την πατρίδα τους στερήθη όλους σχεδόν και αδελφούς. Αλλ’ ας χαίρη διότι τους στερείται ενδόξως και όχι κατησχημένως να ζης μαζί του, διότι τότε θέλει σε υπολήπονται περισσότερον και δεν θέλει σε κατηγορεί ο μάταιος κόσμος˙ και σε εξορκίζω να το κάμης.

προσέτι σε ορκίζω ώστε αμέσως να στείλης το σπαθί μου το φράγγικον, οπού αξίζει έως τριάντα τάλληρα εις τον πατέρα ή εις την μητέραν, ή αν δεν ζουν αυτοί, εις δυο αδελφούς οπού είχεν ένα παιδί κορωνιοτόπουλον, το οποίον εγώ εσκότωσα χωρίς να θέλω εις τον πόλεμον του Ιμπραήμη εις Αλμυρόν˙ και να το στείλης το σπαθί, διότι είναι πτωχοί δια να με συγχωρήσουν. Προσέτι να δώσης άλλα διακόσια πενήντα γρόσια εις πτωχούς, διότι τα έχω άδικα παρμένα από κάποιους Μεσσηνίους, των οποίων τα ονόματα δεν ενθυμούμεν, και άλλα σαράντα γρόσια εις ένα Καλαματιανόν οπού τον γνωρίζει ο Γιάννος, οπού εψωνίζαμεν εις του Φρουτζάλα. Το καλόν σπαθί μου, ω αγαπητή μου συμβία και γλυκία, αν κάμης αρσενικόν παιδί να το φυλάξης δια να το έχη˙ ειδέ και κάμης θηλυκόν, να το πουλήσης και να το δώσης δια την ψυχήν μου.

Εξ όλων τούτων οπού γράφω να μη δυνηθή κανένας να αναιρέση το παραμικρόν, αλλά να είναι ως προς τας δοσοληψίας μου αμετάθετα και αμετακίνητα και ως προς τα χρέη μου. όλη δε η άλλη συγύρις του σπητιού μας και ότι περισσεύση από τα ρούχα μου, τα οποία μ΄όλις θα μείνουν τρεις χιλιάδες γρόσια, αυτά δηλ: όσα και αν είναι και όσαι εθνικαί ομολογίαι περισσεύσουν, αυταί και αυτά να είναι της γλυκυτάτης μου γυναικός εις προγαμιαία αυτής δωρεάν. δια δε κληρονομίαν δεν έχω να αφήσω τίποτε εις τα παιδιά μας, αλλ’ επειδή την προίκα οπού έμελε να πάρω εδόθη τοσαύτη ένεκα του

(Γεώργιος Μαυρομιχάλης έγραψα ιδία χειρί ακολουθεί η τρίτη κόλα)

ατόμου μου, δια τούτο η γυνή μου η αγαπητή, πρέπει να περιθάλψη τα παιδία μας και να τα προικίσης, ω φιλτάτη μου γύναι, και να τα αγαπάς.

Μη με ξεχάσης ποτέ σου εν όσω ζης, διότι θέλει αδικήσης τον εαυτόν σου και την ψυχήν μου την αμαρτωλήν, την οποία αφιερώ και κρεμώ εις τον τράχηλόν σου, και να δώσης ταχέως τα ψυχικά μου και όσα διορίζω χωρίς άλλο˙ το σάλι το παλαιόν το κόκκινον είναι του μακαρίτου του αδελφού μου Γιάννη, και να το δώσης εις τον άγιον Ιωάννη του Άργους˙ ομοίως να δώσης και δια τον αδελφόν μου τον Ηλίαν τα κόκκινα χρυσά τουζουλούκια και την φέρμελην την κόκκινην την χρυσή δια την ψυχήν του, επειδή και εγώ είχον πάρη ένα ιδικόν του τακίμι˙ να πληρώσης τον μάγειρον έως διακόσια γρόσια οπού είχεν έξοδα δια ημάς εις το σπήτι˙ να δώσης εις την μαγέρισσα ένα τάλληρον διότι το χρεωστώ˙ να λάβης από τον Μαστροσταύρον τα ρούχα οπού είχε κομμένα να με ράψη και να τα δὠσης εις τον κουνιάδον σου τον Δημητράκη, τον αγαπητόν μου αυτάδελφον να τα φθιάση και να τα φορέση˙ να πάρεις και πέντε τάλληρα Γαλλικά οπού έχω δομένα του Μαστροσταύρου.

προσέτι να δώσης εις τον Δημήτρη τον ντελάλι τριάντα δύο πεντάφραγκα Γαλλικά και να λάβης το ωρολόγιόν μου με την άλυσόν του με το μαλαγματένιον κλειδί και βούλα μαλαγματένιαν, το οποίον αχρήζει τρίδιπλα. Τέλος πάντων να δώσης εκατόν πενήν[τα] γρόσια εις τον Ιερέα οπού με εξομολόγησεν, ή το κοντογούνι μου, ή το σάλι μου. Τα δακτυλίδιά μου τα έχω δωμέ[να] εις τον κύριον φρούραρχον του Παλαμηδίου, και τα οποία τα παρατώ επάνω του δια να με ενθυμήτε και σεις όλοι οι συγγενείς μου να μη τα ζητήσετε, αλλά να έχητε φιλίαν, επειδή μ’ όλον ότι κάμνει τα χρέη οπού διορίζετο, έδειξε και εις εμέ φιλανθρωπίαν.”

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Μετάβαση στο περιεχόμενο