Τελευταία Νέα

του Δημήτρη Λάμπρου

Το κουτί με τις τράπουλες ήταν ανοιχτό. Στο πρωινό φως που έμπαινε από το μεγάλο παράθυρο τρεις φιγούρες ήταν ξαπλωμένες ανάσκελα πάνω στην πράσινη τσόχα. Ρήγας σπαθί, ντάμα κούπα, βαλές καρό. Ακίνητοι, σαν πτώματα σε μια μάχη χωρίς νικητή.

Η αίθουσα ήταν βουβή. Πιάτα με φαγητό που είχε κρυώσει μέσα στις σάλτσες του, ποτήρια μισοάδεια, τασάκια γεμάτα αποτσίγαρα. Ενα σκουλαρίκι κάτω από την καρέκλα. Το χαλί τραβηγμένο λοξά, σαν να το είχε σύρει κάποιος βιαστικά.

Η οικοδέσποινα είχε σβήσει τα φώτα χωρίς να μαζέψει τίποτα. Μόλις έφυγε ο τελευταίος καλεσμένος είχε πάει για ύπνο με τα ρούχα της.

«Τον είδες τον Παντελή», ψιθύρισε ο βαλές.
Δεν ήταν ερώτηση.

«Τον είδα», απάντησε ο ρήγας. Η φωνή του ήταν ήσυχη, παλιά.

«Εχασε δέκα χιλιάρικα σε μία ώρα. Τα έπαιζε σαν τρελός».

«Ξέρω γιατί έπαιζε έτσι».

Σιωπή.

«Γιατί;»

«Γιατί η Ελισάβετ, η οικοδέσποινα ντε, τον απειλεί με διαζύγιο. Τον έπιασε με την ερωμένη του πριν λίγες εβδομάδες. Πανικοβλήθηκε. Νόμισε πως αν κερδίσει λεφτά, θα μπορέσει να κρατήσει ό,τι χάνεται».

«Πώς τα ξέρεις όλα αυτά;»

«Εγώ είμαι από την τράπουλα του σπιτιού κι ο Παντελής μιλάει όταν πίνει. Και η Ελισάβετ κλαίει στο μπάνιο όταν τηλεφωνεί στην αδερφή της.».

Η ντάμα κούπα δεν μίλησε. Το πρόσωπό της ήταν όμορφο και άδειο.

«Και ποιος κέρδισε τελικά;» ρώτησε ο βαλές.

«Ο Μάρκος. Ο γαμπρός του. Εκείνος με το σινιέ πουκάμισο. Πήρε εκατό χιλιάδες».

«Δεν είναι παράξενο να παίζεις τόσο χοντρό παιχνίδι με τον γαμπρό σου;»

Ο ρήγας δεν απάντησε αμέσως.
«Του χρωστάει σαράντα χιλιάρικα από τον Οκτώβριο. Απόψε τα πήρε πίσω. Με τόκο».

«Και η Ελισάβετ;»

«Καθόταν και κοιτούσε. Δεν έπαιξε. Δεν μίλησε. Είχε μπροστά της ένα ποτήρι κρασί που δεν το άγγιξε. Οταν οι άνθρωποι φτάνουν εκεί έχουν ήδη φύγει».

Σιωπή.

Η ντάμα μίλησε τότε για πρώτη φορά.
«Τότε γιατί έκανε το ρεβεγιόν;»

Ο ρήγας κοίταξε το φως που είχε προχωρήσει πάνω στην τσόχα.
«Γιατί έτσι κάνουν οι άνθρωποι. Στρώνουν τραπέζια για να μη μείνουν μόνοι με τη σιωπή τους. Γιορτάζουν για να πείσουν τον εαυτό τους ότι υπάρχει ακόμα λόγος».

«Ποια χρονιά μπαίνει;» ρώτησε ο βαλές.

«Το 2026».

«Καλή χρονιά, λοιπόν».

Ο ρήγας χαμογέλασε αμυδρά.
«Συχνά τέτοιες χρονιές αρχίζουν με θόρυβο και τελειώνουν ήσυχα. Θα τα χάσουν όλα. Ολοι.».

Κανείς δεν μίλησε.

«Ισως να κάνω λάθος», είπε τελικά ο ρήγας. «Σπάνια, αλλά γίνεται. Καμιά φορά οι άνθρωποι κουράζονται από τον εαυτό τους και σταματάνε πριν τον γκρεμό».

Η ντάμα χασμουρήθηκε.

Από το διπλανό δωμάτιο ακούστηκε η βαριά ανάσα του Παντελή.

Λίγο μετά η Ελισάβετ μπήκε στην αίθουσα. Τα μάτια της ήταν πρησμένα, το μακιγιάζ ξεθωριασμένο. Κοίταξε γύρω της για μια στιγμή, σαν να έβλεπε κάτι ξένο. Υστερα άρχισε να μαζεύει.

Πιάτα. Ποτήρια. Ενα ένα.

Οταν έφτασε στο τραπέζι, μάζεψε τις τράπουλες. Τον βαλέ. Την ντάμα.
Τελευταίο τον ρήγα σπαθί. Τον κράτησε λίγο στο χέρι της και τον κοίταξε.

Το πρόσωπό της ήταν άδειο. Ούτε λύπη ούτε θυμός. Μόνο κούραση.

Τον έβαλε στο κουτί και το έκλεισε.

Το σκοτάδι ήρθε απότομα.
Ο ρήγας δεν φοβήθηκε.
Ηξερε το σκοτάδι.
Ηταν ο μάρτυρας.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Μετάβαση στο περιεχόμενο