του Δημήτρη Λάμπρου
Η «Αντιγόνη» του Σοφοκλή, όπως παρουσιάστηκε χθες βράδυ στη Λιβαδειά, συγκροτεί μια ερμηνευτική πράξη που αναδεικνύει την οντολογική διαχρονικότητα του έργου, συνδέοντάς το εκ νέου με τα υπαρξιακά ερωτήματα της σύγχρονης εμπειρίας χωρίς να διαρρηγνύει την αρχική του νοηματική πυκνότητα. Πρόκειται για μια ανάγνωση που αποκαθιστά την τραγωδία ως συμβάν αλήθειας, ως αποκάλυψη όπου το Είναι εκτίθεται μέσα από την αντιπαράθεση ζωής και θανάτου, νόμου και συνείδησης.
Ο σκηνοθέτης Θέμης Μουμουλίδης, επανερχόμενος στην αρχετυπική αυτή τραγωδία, υιοθετεί μια τολμηρή σύλληψη: μεταφέρει τη δράση σε μεταπολεμικό νεκροτομείο, με τους νεκρούς στοιβαγμένους σε σάκους, εγκαθιδρύοντας εξαρχής μια ατμόσφαιρα βαριάς υπαρξιακής φόρτισης. Η σκηνική αυτή μετατόπιση δεν είναι αισθητικός καλλωπισμός. Είναι οντολογικό σχόλιο, ένα σκηνικό πεδίο μετα-αποκάλυψης όπου το ανθρώπινο υποκείμενο έρχεται αντιμέτωπο με το ίδιο του το είναι-προς-θάνατον.
Στο επίκεντρο αναδεικνύεται η πολιτική οντολογία του έργου: η παραδειγματική σύγκρουση ανάμεσα στον θετό νόμο της πόλεως-κράτους και στις άγραφες αρχές της ηθικής συνείδησης. Ο Κρέων, μεθυσμένος από την ευφορία της πρόσφατης ανάρρησης στη ανώτατη αχρή και την ηγεμονική του αυθεντία εκφωνεί δημαγωγικό λόγο επιχειρώντας να παγιώσει την εικόνα του σωτήρα. Παραβλέπει όμως τις δεσμεύσεις του και επιβάλλει την άδικη εγκατάλειψη του Πολυνείκη. Εδώ η ύβρις του εξουσιαστή εκδηλώνεται ως λήθη του Είναι: μια αυθαιρεσία που αποκρύπτει την κοινή θνητότητα και τον σεβασμό στους νεκρούς, υποτάσσοντας τα πάντα στη βούληση της εξουσίας.
Αντιθέτα η Αντιγόνη εμφανίζεται ως ενσάρκωση της αντίστασης απέναντι στην τυραννική αυθαιρεσία. Το «όχι» της δεν είναι απλώς πράξη πολιτικής ανυπακοής, είναι απόλυτη κατάφαση της ελευθερίας, φανέρωση μιας αυθεντικής ύπαρξης που αρνείται να υποταχθεί σε νόμους που αναιρούν την εσωτερική της αλήθεια. Με χαϊντεγκεριανούς όρους, η Αντιγόνη καθίσταται η φωνή του Είναι που καλεί τον άνθρωπο να αναλάβει την ευθύνη του και να σταθεί στο ύψος της θνητότητάς του. Δίπλα της η Ισμήνη ενσαρκώνει την «ερριμμένη/αναυθεντική ύπαρξη» που επιλέγει τη συμμόρφωση: μια ύπαρξη που μένει στο επίπεδο της καθημερινής λήθης και αποφεύγει την απόφαση.
Η σκηνοθεσία εμμένει στη σαφήνεια του λόγου αφήνοντας το κείμενο να εκδηλώσει τη δυναμική του χωρίς ρητορικές υπερβολές. Ετσι η παράσταση αποκτά χαρακτήρα διαλεκτικής αναμέτρησης όπου η λογική και η ηθική συνείδηση συγκρούονται με την ύβρη και την τυφλή βούληση της κυριαρχίας. Το έργο από την σκοπιά αυτή υπενθυμίζει ότι το αρχαίο δράμα δεν υπήρξε απλή ψυχαγωγία αλλά συμβάν πολιτικής και φιλοσοφικής αποκάλυψης, ένας καθρέφτης της πόλης που υποχρέωνε το κοινό σε ενδοσκόπηση και αφύπνιση.
Οι ερμηνείες αποδείχθηκαν καθοριστικές. Η Λένα Παπαληγούρα ως Αντιγόνη κατέθεσε μια ερμηνεία διαποτισμένη με αυθεντική αλήθεια, σχηματίζοντας μια μορφή αποφασιστική, αυτεξούσια, που συγκινεί με την υπαρξιακή της δύναμη και όχι με το (εύκολο) ρητορικό της πάθος. Ο Μελέτης Ηλίας, ως Κρέων, απέδωσε με καθαρότητα τη σταδιακή μετάλλαξη του ηγεμόνα σε αλαζονικό τύραννο που τελικά καταρρέει απογυμνωμένος και μόνος, δείχνοντας την αναπόφευκτη πτώση κάθε παντοδυναμίας. Οι υπόλοιποι ηθοποιοί συνέβαλαν ουσιαστικά στη συγκρότηση του συνόλου προσδίδοντας βάθος και συνοχή.
Το σκηνικό της Μικαέλας Λιακατά, με το τραπέζι-νεκροτομείο λειτούργησε ως δυναμικός τόπος που μεταμορφώνεται: άλλοτε βωμός, άλλοτε θρόνος, άλλοτε βήμα ρήτορα. Είναι ένας τόπος – σύμβολο όπου η εξουσία και ο θάνατος συναντώνται αποκαλύπτοντας την πολυδιάστατη οντολογία τους. Τα κοστούμια της Σύρμου εναρμονισμένα με τη σκηνοθετική σύλληψη ενίσχυσαν (όπως και οι φωτισμός) την αυταρχική διάσταση της κυριαρχίας και τη σκηνοθετική ματιά. Η μουσική του Σταύρου Γασπαράτου, σκοτεινή και υπόγεια, δημιούργησε εντοπισμένο ηχητικό υπόστρωμα που μετέτρεψε το δράμα σε καθαρό πεδίο αποκαλυπτικής έντασης.
Συνολικά, η χθεσινή «Αντιγόνη» προβάλλει την κυκλική επανάληψη της ιστορικής τραγικότητας και την αναπόφευκτη καταστροφή που γεννάει η ύβρις της εξουσίας. Οχι μόνο για τον ίδιο τον ηγεμόνα αλλά και για το κοινωνικό σώμα που παραμένει συνένοχο στη σιωπή. Είναι μια παράσταση που μας υπενθυμίζει ότι το ανθρώπινο είναι, ως είναι-προς-θάνατον, καλείται να αναλάβει την ελευθερία και την ευθύνη του. Ετσι η «Αντιγόνη» αναδύεται όχι ως κλασικό κείμενο του παρελθόντος αλλά ως διαρκές συμβάν αλήθειας που σφραγίζει το παρόν μας.







