Ο Τύπος στον Πόλεμο της Ελληνικής Ανεξαρτησίας

Ο Τύπος στον Πόλεμο της Ελληνικής Ανεξαρτησίας

*Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας η καθ΄οιονδήποτε τρόπο παράνομη χρήση/ιδιοποίηση του παρόντος, με βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις για τον παραβάτη.

Του Χρήστου Λάμπρου

Φοιτητή Δημοσιογραφίας και Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας

ΑΠΘ

 

 

Η ταχεία εξάπλωση της ελληνικής εξέγερσης και η στερέωσή της από την άνοιξη του 1821 σε εκτεταμένες περιοχές της ελληνικής χερσονήσου, ήταν αναμενόμενο να προκαλέσει την ανάγκη ανάπτυξης της δημοσιογραφίας για μια σειρά ευνόητους λόγους. Η επικοινωνία μεταξύ διοίκησης και πολιτών – στρατιωτών, η ανύψωση του φρονήματος, η πληροφόρηση των ελληνικών κοινοτήτων και της κοινής γνώμης στο εξωτερικό για τα γεγονότα του πολέμου της ανεξαρτησίας είναι οι πλέον προφανείς, χωρίς οι αφανείς, όπως η πολιτική επιρροή, ο έλεγχος της πληροφορίας και η απόκτηση δημοσίου βήματος, να είναι λιγότερο σημαντικοί.

Ο ελληνικός Τύπος εμφανίζεται προεπαναστατικά με επιμελημένες εκδόσεις ήδη από το 1790, όμως εδώ θα εξετάσουμε μόνο τις εφημερίδες που εκδόθηκαν μετά την έκρηξη της επανάστασης και μέχρι το 1827 και την έλευση του Ι. Καποδίστρια. Στη διαδρομή αυτή της έκδοσης των εφημερίδων εμπλέκονται εκδότες, συντάκτες, φιλέλληνες, τυπογράφοι  κ.ά., πρόσωπα που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην εδραίωση της ελληνικής δημοσιογραφίας και επηρέασαν περισσότερο ή λιγότερο την πορεία της επανάστασης.

ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΕΣ ΕΦΗΜΕΡΙΔΕΣ

Οι πρώτες εφημερίδες του Αγώνα λόγω της έλλειψης των τεχνικών μέσων ήταν χειρόγραφες, όπως άλλωστε ζήτησε και ο μεγάλος Έλληνας διαφωτιστής Αδαμάντιος Κοραής, ο οποίος γνώριζε πολύ καλά τη σπουδαιότητα του Τύπου ζώντας στη Γαλλία:  «Δεν είναι πλέον καιρός να εξετάσωμεν, εάν έγινεν η επανάστασις εις αρμόδιον καιρόν, μήτε αν οι αρχηγοί αυτής έκαναν τα πρέποντα. Συστήσετε λοιπόν αμέσως εφημερίδας. Να γράψετε τας πράξεις σας εις εφημερίδα τυπωμένην, αν είναι δυνατόν, ειδεμή και χειρογραμμένην, διά να την πέμπετε εις τας εδώ εφημερίδας»

Οι χειρόγραφες εφημερίδες του 1821-1822 ήταν τρεις, βραχύβιες και εντοπισμένες στη Στερεά Ελλάδα (Μάγερ, 1957).

 1. ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΟΥ ΓΑΛΑΞΙΔΙΟΥ

Στις 27 Μαρτίου 1821 κυκλοφόρησε φύλλο χειρόγραφης εφημερίδας που εκδόθηκε στο Γαλαξίδι, η οποία αργότερα ονομάστηκε «Ψευτοεφημερίδα» ή «Ψευτοφυλλάδα» (Λάππας, 1959).  Η παρονομασία προέρχεται από τη διόγκωση, την υπερβολή ή και το απόλυτο ψεύδος των ειδήσεων τις οποίες κοινολογούσε κυρίως για την υποστήριξη ξένων δυνάμεων προς τον ελληνικό Αγώνα (Λάππας, 1959). Είχε δηλαδή προπαγανδιστική ύλη με σκοπό τον ξεσηκωμό των Ελλήνων.   Ο Κωνσταντίνος Σάθας αποκάλυψε στο περιοδικό «Πανδώρα» την ύπαρξη της εφημερίδας χωρίς περαιτέρω πληροφορίες για τον τίτλο, το σχήμα, την περιοδικότητα της έκδοσης . Από το τεύχος που έφερε στο φως παραθέτουμε ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα, ενδεικτικό της πεποίθησης των συντακτών ότι η ενδυνάμωση του φρονήματος προείχε της ενημέρωσης:

«Αδελφοί Ρουμελιώται, προεστοί και καπεταναίοι του Λιδωρικιού, Μαλανδρίνου, Κράβαρι και όσοι εν Χριστώ αδελφοί.

Γαλαξείδι 27 Μάρτη 1821

Σήμερα μας ήρθαν είδησες από σημαντικά προσώπατα της Πόλης και του Μορέως, και μας λένε το πως οι Ρούσοι επέρασαν τα Μπαλκάνια και τραβάνε ντρίτα στην Πόλη. Το στράτευμα θα είναι 200.000 της στερηάς, και εκατό του πελάγου (Νο 300.000 ). Η αρμάτα, 8 βατσέλα, τριπόντιδες και φριγάδες 24 ( Νο 32 ). Οι Τούρκοι τραβιώνται στην πέρα πάντα. Πέντε Ρούσικα καράβια εξεμπαρκάρησαν ασκέρι στη Μάνη και Νηόκαστρο, και τράβηξαν ντρίτα το κόρφο της Πάτρας για να βγάνουν το ασκέρι, το τσιμπιχανέ, και εκατό χιλιάδες φλωριά (Νο 100.000 ), πεσκέσι της Ρουσίας στους Ρωμαίους των αρμάτων. Οι Μωραΐτες πήραν τη Τριπολιτσά…».

Την τακτική των ψευδών ή παραποιημένων ειδήσεων, σε πιο μετριασμένη  μορφή, συνέχισαν οι εφημερίδες που ακολούθησαν και έτσι μπορούμε εύλογα να υποθέσουμε ότι ανταποκρινόταν στην ανάγκη να πειστούν οι αναποφάσιστοι και να συμμετάσχουν στην εξέγερση (Κουμαριανού, 1971). Ο Σάθας υποστηρίζει ότι ένα ακόμη αντίτυπο διαφορετικού φύλλου είχε εμφανίσει ο γνωστός ιστορικός και εκδότης Ιωάννης Φιλήμων.

2.  ΑΙΤΩΛΙΚΗ

Λίγους μήνες μετά την έκρηξη της επανάστασης, στις 10 Αυγούστου 1821, εκδίδεται στο Μεσολόγγι η δεύτερη χειρόγραφη εφημερίδα του Αγώνα με τίτλο «Εφημερίς Αιτωλική» (Μάγερ, 1957).  Επρόκειτο για ένα δισέλιδο ή τετρασέλιδο χειρόγραφο, που χωρίς να του λείπουν οι υπερβολές, παρείχε αρκετά καλή πληροφόρηση.

Στο πρώτο φύλλο ενημερώνει,  με αξιοσημείωτη ακρίβεια, τους μαχόμενους Έλληνες για την κατάληψη του κάστρου της Μονεμβασιάς από τους επαναστάτες: «Από εξ Οφφικίου ειδήσεις, όπου ελάβαμεν χθες παρά του Γενικού Στρατοπέδου Τριπολιτζάς βεβαιούμεθα, ότι εις  τας 23 Ιουλίου, το φρούριον της Μονεμβασίας παρεδώθη εις τα ελληνικά στρατεύματα δια συνθηκών, στρατηγούντος του πρίγκηπος Κατακουζινού…» (Λάππας, 1959).

Εκδότης της «Αιτωλικής» φέρεται ο Γιαννιώτης αγωνιστής Νικόλαος Λουριώτης, πολιτικός φίλος του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου. Αρχιγραμματέας της Γερουσίας της Δυτικής Ελλάδας και επί Καποδίστρια υπουργός Εκκλησιαστικών, ήταν επίσης εκδότης και  της διαδόχου της «Αιτωλικής», της εφημερίδας «Αχελώος». Και στην «Αιτωλική» περιλαμβάνονται ειδήσεις που το περιεχόμενό τους αφίσταται από την πραγματικότητα, όμως είναι γραμμένες με τόση μετριοπάθεια, ώστε δεν γνωρίζουμε αν ο συντάκτης παραπλανούσε εσκεμμένα τους αναγνώστες ή τις δημοσίευε ως αληθινές (Κουμαριανού, 1971).

3. ΑΧΕΛΩΟΣ

Η τρίτη χειρόγραφη εφημερίδα κυκλοφορεί στο Βραχώρι, σημερινό Αγρίνιο, στις 24 Φεβρουαρίου 1822 (Μάγερ, 1957). Ονομάζεται «Αχελώος» και στην πρώτη σελίδα της κάτω από τον τίτλο αναγράφεται «Εφημερίς πολιτική της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος» (Λάππας, 1959). Φέρει τη σφραγίδα της Γερουσίας, όπου εικονίζεται ένας ταύρος πλαισιωμένος από ένα δάφνινο στεφάνι (Λάππας, 1959).

Από το λογότυπο και το περιεχόμενο φαίνεται ότι η εφημερίδα αποτελεί όργανο της Γερουσίας της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος. Γι’ αυτό και δημοσιεύει περισσότερο θεσπίσματα και αποφάσεις της διοίκησης. Δεν λείπουν όμως και οι ειδήσεις σχετικά με τις πολεμικές επιχειρήσεις: «Χθες το εσπέρας εμίσευσαν οι κύριοι Γερουσιασταί διευθυνόμενοι δι’ Ανατωλικόν, όθεν έχουν ν’ απεράσουν διά Βραχώρι, και να επιμεληθούν τας πολεμικάς υποθέσεις. Μαζή τους εμίσευσεν και ο ταήρ αγάς αμπάζης και ζάτζμπέης  βοσκάρης ανεψιός του Άγου Μουχουρουτάρη, πληρεξούσιος των Αλβανότουρκων συμμάχων μας, οπού ήτον εδώ επί τούτω φερμένοι διά να συσφίξουν την συμμαχίαν με το ελληνικόν Γένος και έμελλε ν’ απεράσουν εις Πελοπόννησον…» (Λάππας, 1959).

 

ΕΝΤΥΠΕΣ ΕΦΗΜΕΡΙΔΕΣ

  1. ΣΑΛΠΙΓΞ  ΕΛΛΗΝΙΚΗ

Ήταν πριν από τον «Αχελώο», ακόμη και πριν την «Αιτωλική», όταν εκδόθηκε η πρώτη έντυπη εφημερίδα επί ελεύθερου ελληνικού εδάφους ( Μάγερ, 1957).  Οι συνθήκες της έκδοσης ήταν περιπετειώδεις και οι συστάσεις πολύ υψηλές. Όταν στις 8 Ιουνίου του 1821 ο πληρεξούσιος του Γενικού Επιτρόπου της Αρχής Δημήτριος Υψηλάντης αποβιβάστηκε στην Ύδρα ως απεσταλμένος του αδερφού του Αλέξανδρου, εκτός από πολεμικό υλικό έφερνε μαζί του ένα πλήρες πιεστήριο που είχε προμηθευτεί από την Τεργέστη.
Επειδή όμως κανείς Έλληνας δεν γνώριζε την τυπογραφική τέχνη, ο ναύαρχος  Τομπάζης τον πληροφόρησε για τον Κων/νο Τόμπρα από τις Κυδωνίες, ο οποίος εν τέλει συνάντησε τον Υψηλάντη στο στρατηγείο του στα Βέρβαινα Αρκαδίας.
Αποφασίστηκε το τυπογραφείο να στηθεί στην Καλαμάτα για την έκδοση της εφημερίδας «Σάλπιγξ Ελληνική» (Μάγερ 1957). Εκδότης και συντάκτης ήταν ο Θεόκλητος Φαρμακίδης και στο πρώτο φύλλο δημοσιεύει πρωτοσέλιδη την προκήρυξη «Μάχου υπέρ πίστεως και πατρίδος» του Αλέξανδρου Υψηλάντη (Μάγερ, 1957).

Η εφημερίδα ήταν τετρασέλιδη με διαστάσεις 0,26×0,17 και δίστηλη (Μάγερ, 1957). Η συνδρομή ανερχόταν σε 50 γρόσια το έτος. Ο βίος της εφημερίδας ωστόσο ήταν βραχύς, γιατί η απαίτηση του Δημήτριου Υψηλάντη να ασκεί προληπτική λογοκρισία συνάντησε την άκαμπτη αντίδραση του Θεόκλητου Φαρμακίδη, με συνέπεια να εκδοθούν μόλις τρία φύλλα, της 1ης, της 5ης και της 20ης Αυγούστου 1821. Ο Θεόκλητος Φαρμακίδης, που εγκατέλειψε τις σπουδές του στο Γκαίτινγκεν της Γερμανίας για να συμμετάσχει στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα, είχε ήδη δημοσιογραφική πείρα από την έκδοση του «Λόγιου Ερμή» (Μάγερ, 1957). Πολυσύνθετη προσωπικότητα, διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο σχεδόν μισό αιώνα στα ελληνικά πράγματα μέχρι τον θάνατό του, που τον βρήκε πάμφτωχο το 1860 στην Αθήνα (Μάγερ, 1957).

 2.   ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ

Πέρασαν σχεδόν δυόμισι χρόνια με κλειστές τις τυπογραφικές μηχανές, ώσπου να επανεκδοθεί έντυπη εφημερίδα στα επαναστατημένα εδάφη. Κρίσιμος κρίκος στη διαδικασία της νέας έκδοσης ο Άγγλος φιλέλληνας Leicester Stanhope, απεσταλμένος του αγγλικού Φιλελληνικού Κομιτάτου, καταφθάνει με την εντολή μεταξύ άλλων της ίδρυσης ταχυδρομείων και «ελεύθερου τύπου» στην Ελλάδα (Λάππας, 1959). Εγκαθιστά τυπογραφικά πιεστήρια, το ένα εκ των οποίων στο Μεσολόγγι, όπου γεννιούνται τα «Ελληνικά Χρονικά» (Λάππας, 1959). Κυκλοφόρησαν την 1η Ιανουαρίου του 1824, με διευθυντή του τυπογραφείου τον Δημήτριο Μεσθενέα.  Άλλες πηγές φέρουν ως πρώτο τυπογράφο τον Παύλο Πατρίκιο (Λάππας, 1959).

Ήταν δισεβδομαδιαία και διανεμόταν με το σύστημα της συνδρομής στην τιμή των έξι ισπανικών τάλιρων ανά τρίμηνο (Μάγερ, 1957). Για την οικονομική ενίσχυσή της η Διοίκηση της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος προέβλεπε τη διανομή «δωρεάν εις τον λαόν εκατόν φύλλα εκ των Ελληνικών Χρονικών μας…» (Κουμαριανού, 1971). Σύμφωνα με τον Stanhope, ήδη από το πρώτο έτος τα «Ελληνικά Χρονικά» είχαν φτάσει στα Γιάννενα, στο Κάιρο και στην Κωνσταντινούπολη, ενώ γίνονταν προσπάθειες και για την εγγραφή συνδρομητών από τη Γερμανία.

 

Παρά τις αντιδράσεις που προκάλεσε στην εξουσία και στους καπεταναίους, η εφημερίδα προσπάθησε να υπερασπιστεί την αλήθεια και την ανεξαρτησία της (Μάγερ, 1957). Παράλληλα αποτέλεσε μια πολύτιμη πηγή των γεγονότων της πολιορκίας του Μεσολογγίου, εξαιτίας της οποίας μάλιστα σταμάτησε και τη λειτουργία της, όταν η κατάσταση έγινε ασφυκτική, εκδίδοντας το τελευταίο φύλλο στις 20 Φεβρουαρίου 1826 (Μάγερ, 1957).

Εκδότης ήταν ο Ελβετός φιλέλληνας Ιωάννης Ιάκωβος Μάγερ (Μάγερ, 1957). Με σπουδές στην Ιατρική και τη Φιλοσοφία, ήρθε στο Μεσολόγγι με το ξέσπασμα της ελληνικής επανάστασης, όπου και συμμετείχε στον αγώνα για την ελευθερία (Λάππας, 1959). Σκοτώθηκε  μαζί με την οικογένειά του κατά την έξοδο του Μεσολογγίου στις 10 Απριλίου, ενώ καταστράφηκε και το τυπογραφείο του (Λάππας, 1959). Χαρακτηριστική των πεποιθήσεών του ήταν η μόνιμη επωδός του «η δημοσιότης είναι η ψυχή της δικαιοσύνης», ενώ στα κείμενά του ήταν διάχυτη η αγάπη του για την αλήθεια και η πίστη στην ελευθεροτυπία, όπως φαίνεται και στο άρθρο του που δημοσιεύθηκε στο φύλλο της 24ης Ιουλίου 1824: «Είθε άρα η εξουσία να δώση πάντοτε ακρόασιν εις τους λόγους των γνησίων πατριωτών, και να αποστραφή αείποτε εκείνους των επιβούλων! Ευχής άξιον είναι, το να κατευνάση αύτη ίνα προσέξη διά παντός εις την μόνην ικετήριον και παρακλητικήν φωνήν εκείνων, οίτινες επαναπαυόμενοι εις την καθαρότητα της συνειδήσεώς  των, και εχθροί όντες θανάσιμοι παντός είδους φατρίας, δεν φοβούνται δι’ όλου να προφέρωσιν την σοβαράν αλήθειαν, ούτε όταν πρόκειται να δυσαρεστήσουν τινάς, ούτε όταν πρόκειται να υποκύψωσι δι’ αυτό αυτοί ούτοι» (Μάγερ, 1957).

3. TELEGRAFO GRECO

Το έτος 1824 μπορεί να θεωρηθεί ως αρχή για την ελληνική δημοσιογραφία, αφού εκδίδεται στις 20 Μαρτίου και μια δεύτερη εφημερίδα στο Μεσολόγγι, ξενόγλωσση αυτή τη φορά, με την καθοριστική και σε αυτήν την περίπτωση συμβολή του Stanhope (Λάππας, 1959). Ο τίτλος της ήταν «Telegrafo Greco» και εκδότης της ο Ιταλός φιλέλληνας Πιέτρο Γκάμπα, του οποίου ο στενός φίλος λόρδος Βύρων χρηματοδότησε με ένα σημαντικό ποσό την έκδοση (Λάππας, 1959). Κυκλοφορούσε εβδομαδιαία σε αγγλικά, γαλλικά, ιταλικά και γερμανικά, ενώ η συνδρομή ανερχόταν σε δύο ισπανικά τάλιρα ανά τετράμηνο (Λάππας, 1959). Στόχος της «Telegrafo Greco» ήταν η ενημέρωση των Ευρωπαίων για τα γεγονότα της ελληνικής επανάστασης (Λάππας, 1959). Η προσπάθεια ήταν βραχύβια, καθώς διήρκεσε 9 ή 12 μήνες (Λάππας, 1959).

 

 

4.  Ο ΦΙΛΟΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ

Την ίδια περίοδο ένας ακόμη Ιταλός φιλέλληνας, ο Ιωσήφ Κιάππε, εξέδωσε στην Ύδρα την εφημερίδα «Ο φίλος του νόμου» (Μάγερ, 1957). Εκδιδόταν επί τρία έτη έως τις 27 Μαΐου 1827 και συνιστά τη μακροβιότερη εφημερίδα στη διάρκεια του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα. Από τις 10 Μαρτίου 1824 όταν κυκλοφόρησε το πρώτο τεύχος και για τα δέκα που ακολούθησαν,  η εφημερίδα ήταν ανεξάρτητη (Κουμαριανού, 1971). Στο 12ο  τεύχος της 25ης Απριλίου 1824 όμως μετατρέπεται σε επίσημη εφημερίδα της διοίκησης (Κουμαριανού, 1971). Από το 15ο τεύχος της 5ης Μαΐου 1824 η αλλαγή του προσανατολισμού της αποτυπώνεται και στον τίτλο, που γίνεται πλέον «Ο φίλος του νόμου, εφημερίς της Διοικήσεως και της νήσου Ύδρας» (Κουμαριανού, 1971). Από αυτό το τεύχος αρχίζει να τυπώνεται στο καινούριο γαλλικό πιεστήριο που ο Γάλλος φιλέλληνας εκδότης Firmin Didot  δώρισε για την ενίσχυση του Αγώνα (Κουμαριανού, 1971).

Επίσημη εφημερίδα της διοίκησης διατηρήθηκε έως τον Οκτώβριο του 1825, οπότε  ιδρύθηκε η «Γενική Εφημερίς της Ελλάδος» (Κουμαριανού, 1971). Έτσι επέστρεψε στον παλαιό της τίτλο («Ο φίλος του νόμου,  εφημερίς της νήσου Ύδρας») (Κουμαριανού, 1971). Κυκλοφορούσε δύο φορές την εβδομάδα και τα θέματά της, όσο ήταν επίσημο όργανο, περιελάμβαναν θεσπίσματα, αποφάσεις, ψηφίσματα, εγκυκλίους, καθώς και τα Πρακτικά του Βουλευτικού (Μάγερ, 1957), (Κουμαριανού, 1971). Περιείχε ειδήσεις από τα πολεμικά μέτωπα με έμφαση στον αγώνα για την επικράτηση στη θάλασσα, ενώ ενδιαφέρουσα είναι η κάλυψη του εμφύλιου πολέμου που απηχούσε την επίσημη ματιά της διοίκησης (Κουμαριανού, 1971).

Ο εκδότης της, Ιωσήφ Κιάππε, ήταν νομικός και επαναστάτης (Κουμαριανού, 1971). Αναγκάστηκε να καταφύγει στην Ύδρα όπου έλαβε μέρος στον ναυτικό αγώνα και για την προσφορά του πολιτογραφήθηκε Υδραίος από τους προεστούς (Κουμαριανού, 1971).

 

 

5.  ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΑΘΗΝΩΝ

Η «Εφημερίς Αθηνών» αποτέλεσε ένα ακόμη επίτευγμα στην άνοιξη της ελληνικής δημοσιογραφίας με κύριους μοχλούς τη λογιοσύνη των εξεγερμένων και τις τεχνικές δυνατότητες που έφερε μαζί του ο συνταγματάρχης Stanhope (Αινιάν-Μαζαράκης, 1987). Με τυπογράφο τον Ν. Βαρότζη από την Άμφισσα το πρώτο της φύλλο εκδόθηκε στις 20 Αυγούστου 1824 στη Σαλαμίνα, όπου είχε μεταφερθεί το πιεστήριο λόγω του φόβου των Αθηναίων για τουρκική επίθεση (Αινιάν-Μαζαράκης, 1987).

Όμως στο δεύτερο φύλλο της 6ης Σεπτεμβρίου 1824, υπάρχει η ακόλουθη καταχώρηση: «Αθήναι τη δύο Σεπτεμβρίου 1824,
Ειδοποιούμεν τους συνδρομητάς μας ότι η Τυπογραφία και η Εφημερίς μας ώντας έως τώρα τραβιγμέναις εις την Σαλαμίνα ήτον υποκείμεναις και αυταίς εις ταις ακαταστασίαις της ξενιτίας. Διά τούτο απεφασίσθη να μετακομιστούν εδώ εις την Πατρίδα των. Διά τούτο και εμείναμεν οπίσω από το χρέος μας αφίνωντας ανέκδοταις τέσσεραις Εφημερίδες των 23,27,30 Αυγ. και 3 του τρεχ. Εις το εξής όμως θα βάλωμεν τα δυνατά μας διά να μη λείψωμεν εις το παραμικρόν από ό,τι υποσχεθήκαμεν εις την ειδοποίησιν μας. Ο Συντάκτης» (Αινιάν-Μαζαράκης, 1987).

Παρότι η έκδοση ήταν άτακτη, τα επόμενα 138 φύλλα τυπώθηκαν στην Αθήνα μέχρι τις 15 Απριλίου του 1826, όταν και διακόπηκε η κυκλοφορία εξαιτίας της επαπειλούμενης εισβολής του Κιουταχή (Αινιάν-Μαζαράκης, 1987).

Τα θέματα που δημοσιεύονται είναι κυρίως ειδήσεις πολεμικές και πολιτικές, χωρίς να λείπουν και εκείνες από το εξωτερικό, άρθρα για το πολίτευμα, την ελευθερία του τύπου, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του πολίτη  (Αινιάν-Μαζαράκης, 1987). Περιέχονται ακόμη νέα για τη φιλόμουσο εταιρεία των Αθηνών, για την ίδρυση φιλανθρωπικής εταιρείας στο Ναύπλιο και συχνά επιστολές λογίων  (Αινιάν-Μαζαράκης, 1987.)  Η «Εφημερίς  Αθηνών»  είναι γραμμένη στην τρέχουσα γλώσσα λόγω της πίστης του εκδότη της στη «φυσική φωνή του έθνους».

Εκδότης ήταν ο γεννημένος το 1794 στην Αθήνα λόγιος Γεώργιος Ψύλλας που ξεκίνησε τις σπουδές του στην Τεργέστη και στην Πίζα και συνέχισε στην Ιένα και στο Γκαίτινγκεν της Γερμανίας (Κουμαριανού, 1971). Το ξέσπασμα της ελληνικής επανάστασης τον βρίσκει στο Βερολίνο και αμέσως σπεύδει να γυρίσει στην Ελλάδα για να βοηθήσει στον Αγώνα.

 

6. ΓΕΝΙΚΗ ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

Η «Γενική Εφημερίς της Ελλάδος» έρχεται στο προσκήνιο ως μια σύνοψη των αναγκών του έθνους και της διοίκησης για επίσημη πληροφόρηση από έμπειρους πλέον ανθρώπους της δημοσιογραφίας. Στις 7 Οκτωβρίου 1825 εκδίδεται στο Ναύπλιο το 1ο τεύχος της, όπου μεταξύ άλλων περιλαμβάνει το προβούλευμα αρ. 130 του Βουλευτικού, το οποίο υπογράφει ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος ως γενικός γραμματέας του Εκτελεστικού και με το οποίο ορίζεται «εφημεριδογράφος της Διοικήσεως» ο Θεόκλητος Φαρμακίδης (Μάγερ, 1957).

Κυκλοφορούσε δύο φορές την εβδομάδα, ήταν τετρασέλιδη και δίστηλη, με διαστάσεις 0,28×0,22, ενώ η συνδρομή της ανερχόταν σε έξι ισπανικά τάλιρα (Μάγερ, 1957). Τα θέματά της περιελάμβαναν πρακτικά του Βουλευτικού και του Εκτελεστικού, ειδήσεις από το εσωτερικό και το εξωτερικό  (αντλώντας από ξένες εφημερίδες που κατέφθαναν στο Ναύπλιο), φιλολογικές συνεργασίες και ποιήματα. (Μάγερ 1957)

Ο τόπος έκδοσής της ακολούθησε τους ταραγμένους καιρούς και ήταν διαδοχικά το Ναύπλιο, η Αίγινα, ο Πόρος, για να επανέλθει στο Ναύπλιο τον Ιούνιο του 1827 (Μάγερ, 1957). Ανακατατάξεις όμως υπήρξαν και στη διεύθυνσή της. Ο Θεόκλητος Φαρμακίδης παραιτήθηκε στις 4 Ιουνίου 1827 λόγω της εναντίωσής του στην εκλογή του Ι. Καποδίστρια ως κυβερνήτη. Τον διαδέχτηκε στις 22 Ιουνίου του 1827 ο Γεώργιος Χρυσίδης (Μάγερ, 1957).

Η εφημερίδα για επτά χρόνια κάλυπτε τις ανάγκες της κυβέρνησης, ενώ αποτέλεσε τον πρόδρομο της «Εφημερίδας της Κυβερνήσεως», από την οποία αντικαταστάθηκε  τον Φεβρουάριο του 1833 (Μάγερ, 1957).

7.  LABEILLE GREQUE

Ο Ιωσήφ Κιάππε δεν έμεινε ανενεργός μετά την παύση της εφημερίδας «Ο φίλος του νόμου», καθώς το 1827 ανέλαβε την έκδοση μιας νέας γαλλόφωνης εφημερίδας στην Ύδρα, της «L’ Abeille Greque», η Ελληνική Μέλισσα (Μάγερ, 1957). Κατόπιν πρόσκλησης του Καποδίστρια συνέχισε, το 1828, την έκδοσή της στην Αίγινα, την τότε έδρα της ελληνικής κυβέρνησης. Η εφημερίδα τυπώνεται για την ενημέρωση του κοινού σε Ευρώπη και Αμερική  ως προς τις εξελίξεις του αγώνα (Μάγερ, 1957).  Κυκλοφορούσε δύο φορές την εβδομάδα, από 7 Απριλίου 1827 έως 16 Μαρτίου 1829 (Μάγερ, 1957).

8. ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟΣ ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

Η «Ανεξάρτητος εφημερίς της Ελλάδος» ιδρύθηκε τον Ιούλιο του 1827 στην Ύδρα (Μάγερ, 1957). Εκδότης της ήταν ο Παντελής Κ. Παντελή, Υδραίος αξιωματικός του Ναυτικού (Κουμαριανού, 1971). Από τα λίγα στοιχεία που υπάρχουν φαίνεται ότι αποτέλεσε προσωπικό όργανο του εκδότη, ο οποίος στόχευε να βγάλει τον ελληνικό λαό από το «σκότος» (Κουμαριανού, 1971). Από το 32ο τεύχος της 10ης Απριλίου 1828, όταν μεταφέρεται στην Αίγινα, η εφημερίδα ακολουθεί τη γραμμή του Καποδίστρια και δημοσιεύει διατάγματα και αποφάσεις του, έτσι ώστε λίγος χώρος απέμενε για τα άρθρα που προηγουμένως κάλυπταν μεγάλο μέρος της ύλης της (Κουμαριανού, 1971).

Γενικά η θεματολογία της περιοριζόταν σε πολεμικά νέα και σε ειδήσεις χωρίς ιδιαίτερη αξία (Κουμαριανού, 1971). Με την αρθρογραφία της όμως επιχειρούσε να νουθετήσει τον λαό και ασκούσε αμείλικτη κριτική στους κοτζαμπάσηδες και τους φαναριώτες (Κουμαριανού, 1971).  Παρά τις υπερβολές της, αποτέλεσε με την ασυμβίβαστη και μαχητική ιδιομορφία της μια χρήσιμη φωνή που συνέβαλε στην καλύτερη πληροφόρηση του κοινού μέχρι τη διακοπή της κυκλοφορίας της στις 29 Μαΐου 1828  (Κουμαριανού, 1971).

Έχει από καιρό φωτιστεί ο ρόλος που διαδραμάτισε η έκδοση των εφημερίδων και η δημοσιογραφία στον πόλεμο για την  ανεξαρτησία του 1821. Παρόλα αυτά παραμένει πάντα ενδιαφέρουσα η περιήγηση στον χώρο του Τύπου από το 1821 έως το 1827, μια εποχή που τα μέσα ήταν σχεδόν ανύπαρκτα, οι πηγές αμφισβητήσιμες ή δυσπρόσιτες για τους πολλούς, οι φιλοδοξίες, η εξουσιομανία και ο ιδεαλισμός  ανθηρά όσο και σήμερα και διακριτή ανάμεσα στις γραμμές η προσπάθεια απόκτησης πολιτικής επιρροής από τοπικούς παράγοντες αλλά και ξένες δυνάμεις.

Από την πρώτη στιγμή οι επαναστατημένοι Έλληνες συνειδητοποίησαν  την αναγκαιότητα ύπαρξης εγχώριων δημοσιογραφικών οργάνων για την πληροφόρηση των συναγωνιστών τους, για την έξαρση του φρονήματος του λαού, αλλά και για την ενημέρωση των Ελλήνων της διασποράς και της κοινής γνώμης των μεγάλων ευρωπαϊκών χωρών. Οι στόχοι αυτοί επιτεύχθηκαν σε μεγάλο βαθμό, παρά τις επιμέρους αντιξοότητες. Στη μάχη επιστρατεύτηκαν Έλληνες λόγιοι με εμπειρία στον χώρο του προεπαναστατικού τύπου και φιλέλληνες με γνώσεις και όραμα. Το μεγάλο πρόβλημα της έλλειψης τεχνικού εξοπλισμού, τεχνογνωσίας και οργάνωσης  επέλυσαν κατ’ αρχήν ο Δημήτριος Υψηλάντης με το τυπογραφείο που έφερε μαζί του, το Φιλελληνικό Κομιτάτο του Λονδίνου μέσω του Stanhope και ο Γάλλος φιλέλληνας Firmin Didot. Εμβληματικοί τίτλοι όπως «Ελληνικά Χρονικά, «Εφημερίς Αθηνών», «Ο φίλος του νόμου» αλλά και άνθρωποι οπλισμένοι με γνώσεις, θάρρος και πείσμα όπως ο Φαρμακίδης, ο Ψύλλας  και ο Μάγερ επιχείρησαν να ανοίξουν και άνοιξαν ένα δίαυλο επικοινωνίας με την κοινωνία (έστω με το πιο μορφωμένο κομμάτι της) που έπρεπε να ξέρει το τι και το γιατί των γεγονότων και χάραξαν  με τα θετικά και αρνητικά  τον πρώτο πλατύ δρόμο της ελληνικής δημοσιογραφίας.

 

      ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. Γάλλου Μ. (2020, Μάρτιος 25). Οι δημοσιογράφοι και οι εκδότες των εφημερίδων της Επανάστασης του 1821. (Επιμ.) Ουρανός Κ.
  2. Γάλλου Μ. (2021, Μάρτιος 23). Ο Τύπος της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 (Επιμ): Ουρανός Κ.
  3. Δρακοπούλου Ζ. (2021, Ιούνιος 21). Εκδότες Εφημερίδων (1821-1826).
  4. Δρούλια – Μητράκου Ε, Σκλαβενίτης Τ. (2000). Η συμβολή της Τυπογραφίας στη Στήριξη της Επανάστασης του 1821 (σ. 171 – 191). Παρουσιάζεται στα Πεντακόσια Χρόνια Έντυπης Παράδοσης του Νέου Ελληνισμού (1499 – 1999): κατάλογος έκθεσης, Κεφ. ’Ζ, Βουλή των Ελλήνων.
  5. Κουμαριανού Αικ. (Επίμ.) (1971). Ο Τύπος στον Αγώνα. ( σ. ιβ’-οζ). Αθήνα: Εκδόσεις Ερμής.
  6. Κυπριανός Π. (2021, Ιούνιος 7). Οι εφημερίδες και ο ρόλος τους το 1821
  7. Λάππας Τ. (1959). Ο Ρουμελιώτικος Τύπος 1821-1880. (σ. 11-60). Αθήνα.
  8. Μάγερ Κ. (1957). Ιστορία του Ελληνικού Τύπου (Τόμος Α’ 1790-1900) (σ. 19-35) Αθήνα: Εκδότης Α. Δημόπουλος.
  9. Μαζαράκης-Αινιάν Ι. (1987). Το Τυπογραφείο των Αθηνών. (σ. 3-6) Αθήνα.
  10. Σάθας Κ. (1868, Σεπτέμβριος 1). Περιοδικό Πανδώρα (τεύχος 443) (σ.212-216).
  11. Σπίνουλα-Ζαβιτσανάκη Ε. (2016). Ο Τύπος στον αγώνα της Ανεξαρτησίας και η τυπογραφία στο επαναστατημένο Μεσολόγγι.
  12. Φουρτούνης Β. (2019, Μάρτιος 31). Ο Τύπος στην Επανάσταση του 1821.

 

5 2 votes
Article Rating
1 Comment
newest
oldest most voted
Inline Feedbacks
View all comments
Λ.Γ
Λ.Γ
8 months ago

Συγχαρητήρια στόν Χρήστο Λάμπρου για την έρευνα και συγγραφή του παρόντος. Είναι πάντα θετικό όταν προστίθεται κάτι καινούργιο στήν γνώση μας.