Τελευταία Νέα

 *Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας η καθ΄οιονδήποτε τρόπο παράνομη χρήση/ιδιοποίηση του παρόντος, με βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις για τον παραβάτη

του Δημήτρη Λάμπρου

Δεν μπορώ να είμαι σίγουρος. Αλλά αν τα γεγονότα εξελίχθηκαν όπως τα θυμάμαι ο ίδιος, τότε “ζούμε για 0,5 Ρίχτερ”. Το βράδυ της Τρίτης 24 Φεβρουαρίου είχαμε πάει στην Κινηματογραφική Λέσχη Λιβαδειάς, στην “Αρμονία”, όταν ο Εγκέλαδος ξύπνησε στραβά. Κάποιος φώναξε “προσοχή στην πόρτα, μην σκοτωθούμε όπως η Θύρα 7”, το κτήριο άντεξε με ένα βρυχηθμό και σαν από θαύμα βγήκαμε όλοι ζωντανοί στον δρόμο μπροστά. Η πόλη ήταν ανάστατη. Οι κάτοικοι έτρεχαν χωρίς κατεύθυνση και κάποιοι δραστήριοι ήδη κατασκήνωναν στο Ζάππειο. Πήγαμε σπίτι και σιγουρευτήκαμε ότι όλοι οι δικοί μας είναι καλά. Με το θράσος της νιότης, πήραμε τους δρόμους χαζεύοντας στις φωτιές που είχαν ανάψει σε κάθε ανοιχτό χώρο Πειράζαμε τους απλούς ανθρώπους κάνοντας διάφορες αλητείες όπως την ερώτηση που ακόμα θυμάμαι: “Γιατί είστε έξω;” ρωτάγαμε δήθεν αδιάφορα. “Μα έκανε σεισμό“, μας έλεγαν οι φοβισμένες κυρίες με τα χειμωνιάτικα ρούχα, κι εμείς απαντούσαμε: “Σ’ εμάς στο Ζάππειο δεν έκανε“». Ο δεύτερος σεισμός στις 4.35 έστειλε κάθε κατεργάρη στον πάγκο του. Τα πράγματα ήταν σοβαρά κι έτσι θα τα εξετάσουμε:

Ο σεισμός των Αλκυονίδων του 1981 αποτελεί μία από τις πιο σοβαρές σεισμικές κρίσεις της μεταπολεμικής Ελλάδας και επηρέασε καθοριστικά τη Βοιωτία, τόσο σε ανθρώπινο όσο και σε κοινωνικοοικονομικό επίπεδο. Η σεισμική ακολουθία εκδηλώθηκε στον ανατολικό Κορινθιακό Κόλπο, κοντά στις Αλκυονίδες νήσους μια περιοχή με έντονη τεκτονική δραστηριότητα λόγω των εφελκυστικών δυνάμεων που διαμορφώνουν τον Κορινθιακό.

Η πρώτη και ισχυρότερη δόνηση σημειώθηκε στις 24 Φεβρουαρίου 1981, στις 22:53, την ώρα που εμείς ήμασταν στη Λέσχη και το πανελλήνιο παρακολουθούσε το σίριαλ «Το Φως του Αυγερινού». Είχε μέγεθος 6,7 Ρίχτερ και εστιακό βάθος μόλις 8 χιλιομέτρων. Ο σεισμός ήταν επιφανειακός, γεγονός που εξηγεί τον πρωτοφανή πανικό και τις εκτεταμένες ζημιές σε μια ακτίνα που περιλάμβανε την Αττική, την Κορινθία και τη Βοιωτία. Ακολούθησε λίγες ώρες αργότερα στις 25 Φεβρουαρίου, στις 04:35 τα ξημερώματα, νέος ισχυρός σεισμός μεγέθους 6,4 Ρίχτερ, ενώ η ακολουθία κορυφώθηκε για τη Βοιωτία στις 4 Μαρτίου με τρίτο σεισμό 6,4 Ρίχτερ. Η διαδοχή τριών μεγάλων σεισμών μέσα σε δέκα ημέρες προκάλεσε σωρευτικές καταρρεύσεις κτιρίων που είχαν ήδη υποστεί βλάβες, ενώ η ενεργοποίηση του χερσαίου ρήγματος του Καπαρελλίου μετέφερε το επίκεντρο στην καρδιά της βοιωτικής γης.

Αξιοσημείωτο είναι ότι λίγες ώρες πριν από αυτόν τον σεισμό στη Φωκίδα, παρατηρήθηκε περίεργη συμπεριφορά ζώων, με περιστέρια να αρνούνται να μπουν στον περιστερώνα τους παρά τη βροχή και το σκοτάδι, ένα φαινόμενο που καταγράφηκε επίσημα από τις αρχές.

Η Βοιωτία, λόγω της εγγύτητάς της στο επίκεντρο, υπέστη ιδιαίτερα έντονες επιταχύνσεις εδάφους. Οι μεγαλύτερες ζημιές καταγράφηκαν στη Θήβα, στη Λιβαδειά, στις Πλαταιές, στο Σχηματάρι και στα Βάγια. Τα περισσότερα κτίρια που κατέρρευσαν ήταν παλαιά, πέτρινα ή πλινθόκτιστα, χωρίς οπλισμένο σκυρόδεμα. Ιδιαίτερα δραματικές ήταν οι συνέπειες στο Καπαρέλλι και στις Πλαταιές, όπου η ένταση έφτασε τους IX βαθμούς της κλίμακας Mercalli. Το ρήγμα του Καπαρελλίου έγινε ορατό στην επιφάνεια, προκαλώντας κατακόρυφη μετατόπιση του εδάφους σύμφωνα με μαρτυρίες έως και 100 εκατοστά, ισοπεδώνοντας σχεδόν ολοκληρωτικά τους οικισμούς.

Συνολικά, οι σεισμοί είχαν 20 έως 22 νεκρούς και εκατοντάδες τραυματίες. Από τα 85.000 κτίρια που επλήγησαν πανελλαδικά, τα 22.554 χαρακτηρίστηκαν μη επισκευάσιμα. Στη Βοιωτία, εκατοντάδες σπίτια κρίθηκαν ακατάλληλα, ενώ σχολεία και δημόσια κτίρια έκλεισαν για ελέγχους στατικότητας. Πολλές οικογένειες έμειναν άστεγες και φιλοξενήθηκαν σε σκηνές για εβδομάδες, αντιμετωπίζοντας το τσουχτερό κρύο του Φλεβάρη. Οι συνεχείς μετασεισμοί -πάνω από 1.500 το πρώτο εικοσιτετράωρο- διατηρούσαν το κλίμα πανικού, ενώ σημειώθηκαν ρηγματώσεις εδάφους και κατολισθήσεις που κατέστρεψαν αγροτικές υποδομές.

Η οικονομική δραστηριότητα παρέλυσε, καθώς εμπορικά καταστήματα υπέστησαν ζημιές και οι καλλιέργειες εγκαταλείφθηκαν προσωρινά. Η κρατική μηχανή, αν και αρχικά αιφνιδιάστηκε, κινητοποιήθηκε στη συνέχεια με οικονομικές ενισχύσεις και την ίδρυση της Υπηρεσίας Αποκατάστασης Σεισμοπλήκτων (ΥΑΣ). Ο σεισμός των Αλκυονίδων αποτέλεσε σημείο καμπής για την αντισεισμική πολιτική της χώρας. Η πληγωμένη Βοιωτία ανάγκασε την πολιτεία να ιδρύσει τον ΟΑΣΠ το 1983 και να αναθεωρήσει τον ξεπερασμένο κανονισμό του 1959, οδηγώντας στον σύγχρονο ΝΕΑΚ.

Για τη Βοιωτία, και ειδικά στην περιοχή γύρω από το Καπαρέλλι και τις Πλαταιές, ο σεισμός του 1981 παραμένει μια τραυματική μνήμη που μεταφέρεται από γενιά σε γενιά. Η εμπειρία εκείνων των ημερών, από τον πανικό στην «Αρμονία» της Λιβαδειάς μέχρι τις φωτιές στους ανοιχτούς χώρους, ανέδειξε την ευαλωτότητα των οικισμών αλλά ταυτόχρονα ενίσχυσε την αλληλεγγύη, οδηγώντας σε μια σταδιακή ανοικοδόμηση με ισχυρότερες κατασκευές και μια νέα, βαθιά αντισεισμική συνείδηση.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Μετάβαση στο περιεχόμενο