Ο Κ.Π. Καβάφης στο Πανδοχείο της Ποιητικής Υστεροφημίας “Λευκή Έρημος”

Ο Κ.Π. Καβάφης στο Πανδοχείο της Ποιητικής Υστεροφημίας “Λευκή Έρημος”

- in Πολιτισμός, Πρώτη σελίδα
Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Ο Κ.Π. Καβάφης στο Πανδοχείο της Ποιητικής Υστεροφημίας “Λευκή Έρημος”

Πορεύεσαι στην έρημο, μακριά από την Αλεξάνδρεια.

Το φεγγάρι, αν και  πράσινο βυθίζεται στο αφηρημένο ποιητικό σύμπαν.

Η ψυχή το έστησε για φάρο ενός  υπέρ-εμπειρικού ταξιδιού,

μέχρι το  ακρωτήρι του λυρισμού.

Βράχοι λευκοί σαν κιμωλία. Παγόβουνα από καυτά,

ημιδιαβρωμένα, φωσφορίζοντα ορυκτά.

 

Στην άκρη του ορίζοντα διακρίνεις αιωρούμενα φώτα.

«Φοινικικά πλοία», μουρμουρίζεις.

Η έμπνευση γκρεμίζει τους χωροταξικούς φραγμούς.

Το σώμα δεν μένει πίσω.

Πλησιάζεις.

Στέκεις.

Εποπτεύεις.

«Πολυτελές πανδοχείο», ψιθυρίζεις με βλέμμα περίλυπο.

 

Πόρτα  ορθάνοικτη, σαν κάδρο.

Πίνακας του Ιερώνυμου Μπος

Ατμόσφαιρα   θαλπωρής και ανησυχίας.

Παίρνεις βαθιά ανάσα.

Βυθίζεσαι.

 

Βαδίζεις  με αυστηρότητα,  ιεροπρέπεια  αλλά  και παραδοξότητα.

Η κόμη σου είναι ανάστατη, οι οφθαλμοί σου ασύμμετροι

και οι πτυχές των ενδυμάτων σου γεμάτες  σκόνη.

Νιώθεις, όμως, νέος.

 

Οι θαμώνες περιφέρονται με  την αδιαφορία των  Λωτοφάγων.

Πανταχόθεν μουσική, κραιπάλη και ασέλγεια.

Τους περνάς αδιάφορος, αν και δεν θα έπρεπε.

Οι υπάλληλοι είναι ντυμένοι με ολομέταξες στολές

και  αξεσουάρ από κεχριμπάρι.

 

Χτυπάς το κουδούνι της υποδοχής και δευτερόλεπτα μετά

εμφανίζεται ο υπεύθυνος υποδοχής.

Άνθρωπος κοράκι.

Με νεφελώδες μειδίαμα, σου  προτείνει το μόνο διαθέσιμο δωμάτιο.

Ρώτας για το αντίτιμο και σου απαντάει με μια δόση ειρωνείας,

τουλάχιστον έτσι σου φάνηκε, «όλα είναι κερασμένα,

αν και δεν θα χρειαστεί να πληρώσεις ποτέ».

Κατόπιν δαγκώνει τον λωτό που  του προσέφερε ένα από τα ιπτάμενα βρέφη,

όμοια όλα τους με αναγεννησιακούς έρωτες του Πάολο Βερονέζε.

 

Ένας ξεπεσμένος άγγλος ευγενής πλησιάζει.

Εξέχοντα ζυγωματικά, μελαγχολικό στόμα, μακρύ και λεπτό μουστάκι, μαύρα διαπεραστικά

μάτια, θαμνώδη μαλλιά,  εξπρεσιονιστική έκφραση.  Ο ίσκιος της φιγούρας του, ένιωσες  να

σε σκεπάζει. Ήταν τόσο ψηλός  που  αναγκαζόταν να βγάζει το καπέλο του,

για να  χωρέσει στη σάλα.

Εσένα, τουλάχιστον,  έτσι σου φάνηκε.

«Κύριε Shakespeare, δείξτε τον δρόμο στον κύριο»,

ζήτησε υπνωτικά και υπαινικτικά συνάμα

ο ρεσεψιονίστ.

Έπειτα πήρε ένα φτερό.

Το βούτηξε στο μελάνι.

Αποπειράθηκε να ολοκληρώσει ένα μισοτελειωμένο ποίημα.

Του ήταν αφόρητα επώδυνο.

 

Λίγα βήματα μακρύτερα.

«Shakespeare;  Δεν μπορεί, απατήθηκε μάλλον η ακοή μου», σκέφτηκες τρέμοντας.

Η σιωπή του σου δημιουργούσε μια  αίσθηση κλιμακούμενης πίεσης.

 

«Από πότε είστε εδώ»,  ρωτάς  με ντροπή, τον άντρα που προπορεύεται,

μη αντέχοντας άλλο.

«Ήρθε σαν πελάτης πριν 397 καλοκαίρια»,

απαντά ένα τζιτζίκι που βγήκε από το στόμα του.

Κατόπιν, πέταξε ως την λάμπα.

Έτσι απλά.

Η μορφή σου  ξαναπήρε μια  μπρούτζινη, άλαλη  απόχρωση.

 

Διασχίζοντας τους διαδρόμους, σου έκανε εντύπωση το πλήθος των θαμώνων, που παρόλες

τις  αντιφάσεις του,  αποτελούσε ένα συγκροτημένο  ποιητικό σύμπαν: ναύτες, λωποδύτες,

βυζαντινοί αυτοκράτορες, ρωμαίοι  πραιτοριανοί, ο Αμλετ, η Annabel Lee.

 

Από τη σάλα,   η μουσική νυκτών εγχόρδων και η μυρωδιά από βιαστικά κομμένα

νυχτολούλουδα, ενέτειναν τη μυσταγωγία.

Ποιητική υπερβολή;

 

Από φόβο και απόλαυση, μπήκες στον πειρασμό να αναβάλεις την αναχώρηση σου…

για λίγο.

Τη νύχτα έκλεισες για τελευταία φορά τα μάτια και οι κουρτίνες από τις μπαλκονόπορτες

ανέμισαν σαν πανιά  από ολλανδέζικα ιστιοφόρα

που σάλπαραν για τις Ανατολικές Ινδίες.

Ονειρεύτηκες έναν αόρατο θίασο να περνά.

Με μουσικές εξαίσιες με φωνές.

Κάτω από το μπαλκόνι σου.

Πιο πέρα απλωνόταν

το λιμάνι της Ιθάκης.

Κιόλας;

Ξύπνησες;

 

Μέρες μετά.

Ένα  πολύχρωμο παγώνι έκανε βόλτες στο δωμάτιό σου.

Τίποτα δεν σου φαινόταν αναπάντεχο.

Ντύθηκες.

Κατέβηκες στα σκαλιά  που δεν θυμόσουν ότι υπήρχαν.

Η   αφαιρετική  τεχνοτροπία  των τοίχων, δημιουργούσε ένα  ουδέτερο φόντο,

το οποίο ανεδείκνυε το βάθος και το μεγαλείο των  διαδρόμων.

Μια αίσθηση μαγείας, ανάλογη με εκείνη της αποπνικτικής υγρασίας,

ένιωθες να διαπερνά τα ρουθούνια σου.

Έφτασες μπροστά από ένα βαρύ βελούδινο βέλο.

Κοντοστάθηκες.

Πήρες μια βαθιά ανάσα.

Το σήκωσες.

«Κανείς», σκέφτηκες.

Χτύπησες το  σκουριασμένο κουδούνι.

Ησυχία.

 

Ένα κοράκι  βολτάριζε ανήσυχα πάνω στη  λουστραρισμένη, ξύλινη μπάρα.

Στάθηκες  μπροστά από ένα ασημένιο δίσκο με λωτούς,

δυο θέσεις μακριά του.

Δοκίμασες.

Αναρωτήθηκες αν έκανες καλά.

Δεν κατάφερες να απαντήσεις.

 

 

«Πόσο κοστίζει η παραμονή μου παρακαλώ»,

φώναξες με μια μιλιά που δεν ήταν δικιά σου, πια.

«Είναι όλα κερασμένα», απάντησε το μισομεθυσμένο πλάσμα.

Κατόπιν,  λίμαρε τα νύχια του σφυρίζοντας την Ενάτη.

«Από ποιόν», ρώτησες.

«Από τον κύριο Edgar Allan Poe»,

απάντησε δείχνοντας  αδέξια με τη φτερούγα του

το πορτραίτο του  χθεσινού ρεσεψιονίστ.

«Πέθανε πριν  από εκατόν εξήντα χρόνια. Τώρα εσύ θα έχεις την ευθύνη  της πανσιόν των

αθανάτων. Εγώ, ένα απλό κοράκι είμαι,  συμμετέχω φιλικά»,

προσέθεσε με  σαρδόνιο χαμόγελο.

 

 

Στον τοίχο ήταν κρεμασμένα με χρονολογική ακολουθία, πορτραίτα.

Κάτω αριστερά  υπήρχαν δυο ημερομηνίες.

Τις  χώριζε μια παύλα.

Δίπλα ακριβώς στη δική σου, ήταν ένας καθρέφτης τον οποίο πλησίασες.

Κοίταξες διεισδυτικά.

Ένιωσες να παγώνεις.

Το είδωλο δεν ακολουθούσε τις εκφράσεις σου.

«Μα, δεν είναι καθρέφτης», ψέλλισες ξεσκονίζοντας

την προσωπογραφία του ποιητή. Έπιασες το μέτωπο σου, ήσουν….

 

«Είμαι νεκρός», σκέφτηκες.

Μια αντανάκλαση σύγχυσης σε διαπέρασε.

Γύρισες το κεφάλι να δεις τη συνέχεια αυτής της παράξενης ροής προσώπων.

Ένα κορίτσι.

Καστανά  κυματιστά μαλλιά, όμορφο πρόσωπο, φακίδες.

 

«Κάθε φορά η ίδια ιστορία», τσίριξε το κοράκι με απροσχημάτιστη αδιαφορία.

Λίγες στιγμές αργότερα πέταξε ως το κλουβί του.

Άνοιξε το πορτάκι.

Κλείστηκε μέσα.

«Relax παππού, μπορείς να  το αποδεχθείς όποτε γουστάρεις,

αλλά δεν θα φύγεις ποτέ», κελάηδησε φάλτσα.

Ήταν  οι μέρες του 1903.

Ίσως.

 

 

Χρόνια μετά.

Χτυπά  το κουδούνι.

Ξυπνάς.

Ένα νεαρό κορίτσι  ξεφόρτωνε το backpack του.

«Ένα δωμάτιο, παρακαλώ», εκλιπαρεί.

Χαμογελάς  με ηδονή τρίβοντας στα δυο σου δάκτυλα το κλειδί.

Καταπίνεις το σάλιο σου.

Διορθώνεις το παπιγιόν σου.

Τα μεγάλα κοκάλινα γυαλιά.

Γυρεύοντας ευκρίνεια.

Προσπαθείς να πάψεις να τρέμεις.

 

«Κάτι μου θυμίζετε. Σας ξέρω από κάπου», ρωτά εκείνο.

Η προσμονή, η αμεριμνησία, η ρουτίνα σε έχουν στραγγίξει. Επιτέλους θα ξεκουραστείς.

«Είστε Αυτός!», επιμένει.

 

«Λυπάμαι, είναι οι Βάρβαροι να φτάσουν σήμερα. Φύγετε!»

του απαντάς εκπλήσσοντας τον εαυτό σου.

«Είσαι περιπλανώμενη αλλά όχι ακόμα χαμένη»,

του λες δείχνοντάς του την πόρτα.

Φεύγει, με περηφάνια αδικημένης.

 

Περπατάς προς τον τοίχο με μια μαύρη σακούλα.

Ο τριγμός των βημάτων σου βαρύς, σαν την αιχμαλωσία της  αθανασίας.

Προσπερνάς   ένα-ένα  τα κάδρα.

Εποπτεύεις το δικό σου.

Τελικά, ο καλλιτέχνης δικαιώθηκε.

.Αποκαθηλώνεις όλα όσα ακολουθούν.

Τα βάζεις στη μαύρη σακούλα από την οποία  ξεγλιστρούν,

αγέννητα ακόμα, παιδικά  γέλια.

Την κλείνεις για να μην ακούς.

Το κοράκι κουνά το κεφάλι του απαρηγόρητο και το αφήνει να πέσει δραματικά στην μπάρα

αισθητοποιώντας όσο καλύτερα μπορούσε, για πλάσμα της εμβέλειάς του,

τη συγκατάβαση  με το πεπρωμένο σου.

«Το κορίτσι  ήταν η μόνη λύση γέρο!»  σου κελαηδά με εμπαιγμό και στόμφο.

 

 

Από τα βάθη της σάλας  ιαχές   βάρβαρων.

Γιορτάζουν το εφήμερο.

Τραβάς προς τα εκεί.

Υπνωτισμένος;

 

Zoetic

 

 

.