Χριστούγεννα 1850: Ο Γκυστάβ Φλωμπέρ στη Λιβαδειά

Χριστούγεννα 1850: Ο Γκυστάβ Φλωμπέρ στη Λιβαδειά

- in Βοιωτία, Δημήτρης Λάμπρου, Ιστορία, Λιβαδειά, Πρώτη σελίδα
Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Χριστούγεννα 1850: Ο Γκυστάβ Φλωμπέρ στη Λιβαδειά

Γράφει ο Δημήτρης Λάμπρου

Αμέσως μετά την επιστροφή από τον Γύρο της Ανατολής, ο Γκυστάβ Φλωμπέρ ξεκίνησε να γράφει το περίφημο μυθιστόρημά του “Μαντάμ Μποβαρύ” που εκδόθηκε το 1857 και τον ανέδειξε στο πάνθεον των δημοφιλέστερων λογοτεχνών όλων των εποχών. Η περιπετειώδης φύση της ηρωίδας του και η προσπάθεια διαφυγής της από τη συμβατική ηθική της γαλλικής επαρχίας είναι τα εμφανή στοιχεία που συνδέουν τον Φλωμπέρ με το δημιούργημά του κατά τον τρόπο που κάθε μυθιστόρημα είναι μια μικρή αυτοβιογραφία. Περιπέτεια και φυγή, ταξίδι με λίγα λόγια. Ο Γύρος της Ανατολής, o Grand Tour,  που επιχείρησε με τον φίλο του Μάξιμο Ντυκάν από το 1849 έως το 1851 έφερε τον Φλωμπέρ ανήμερα των Χριστουγέννων του 1850 σε μια μικρή επαρχιακή πόλη, χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από τη Ρουέν, στη Λιβαδειά – διότι δεν νοούνταν ταξίδι στην Ανατολή χωρίς ένα προσκύνημα στο λίκνο της Δύσης.

Στην Αθήνα  έφτασε με το γαλλικό ατμόπλοιο Μέντωρ που ξεκίνησε την Κυριακή 3/15 Δεκεμβρίου του 1850 από την Πόλη για να δέσει την Τετάρτη 6/18 Δεκεμβρίου στον Πειραιά.  Λίγες μέρες μετά και αφού περιηγήθηκε με την ευλάβεια του προσκυνητή και την ευαισθησία του ποιητή τις αρχαιότητες στην Αττική, στις 23 Δεκεμβρίου/4 Ιανουαρίου αναχωρεί για τη βόρεια Ελλάδα από τον δρόμο Δαφνί-Ελευσίνα-Κάζα.

ΒΟΙΩΤΙΑ

Αν παρατηρεί με συγκρατημένο ενθουσιασμό τις ομορφιές του Κιθαιρώνα, στον Ελικώνα μένει εκστατικός. Στην καρδιά του χειμώνα, η επίπονη πορεία ανάμεσα σε ρυάκια και ρεματιές ακολουθώντας τις απαλές γραμμές του βουνού των Μουσών εντυπωσιάζει τον Γάλλο συγγραφέα. Οι Θεσπιές σκαρφαλώνουν άτακτες σ’ ένα λοφίσκο που φαίνεται να στέκει ανάμεσα στον Ελικώνα και στον Παρνασσό. Στο Ερημόκαστρο, όπως ονομάζει το χωριό, οι περιηγητές καταλύουν στο σχολείο. Αφού δουν τις αρχαιότητες ο Φλωμπέρ δεν θα παραλείψει να σημειώσει στο τέλος της μέρας δυο σπάνιες στιγμές: τις παρέες των παιδιών που τραγουδούν τα χριστουγεννιάτικα κάλαντα σ’ όλο το χωριό πόρτα πόρτα και την απέραντη σιωπή που πέφτει το βράδυ. “Τι σιωπή σ’ αυτά τα ελληνικά χωριά! Τι ερημιά!” γράφει χαρακτηριστικά.

Από την Παλιοπαναγιά κρατάει την εικόνα των πατητηριών που του θυμίζουν παλιές φορητές καρέκλες αναποδογυρισμένες. Ανηφορίζοντας στην κοιλάδα των Μουσών, όπου ο δρόμος  βουλιάζει κι ύστερα ανυψώνεται για να κατηφορίσει πάλι, γράφει λίγες ακόμα όμορφες περιηγητικές αράδες. “Μια χάρη γεμάτη μεγαλείο βγαίνει απ’ την παράξενη γραμμή αυτής της ρεματιάς, που είναι σαν ένας μεγάλος διάδρομος με αγροτικά θέλγητρα σ’ όλο του το μήκος. Εχω δει ωραιότερα τοπία, κανένα δεν με γοήτευσε τόσο εσώψυχα”.

ΚΟΡΩΝΕΙΑ

Στο χωριό Ζαγαρά ή Ευαγγελίστρια θα πάρουν πρωινό καταγής σε μια κουβέρτα που δανείζονται από τους χωρικούς. Υστερα ο δρόμος ξανοίγεται σε μια απαλή καμπύλη που τη σημαδεύουν συστάδες από μικρές βαλανιδιές. Αριστερά το καστανοκόκκινο δάσος και στο βάθος δεξιά λαμποκοπά η λίμνη Κωπαΐδα και η πεδιάδα του Ορχομενού. Ανάμεσα σε καλύβες και σε στρούγκες, όπως λοξεύει ήσυχα η κατηφοριά, πέφτουν στην Κορώνεια ή Κουτουμουλά, όπως την έλεγαν τότε. Εδώ τον εντυπωσιάζει ο κύκλιος χορός των γυναικών του χωριού και το τραγούδι τους, με την ευρύτητα και τη σοβαρότητα που αναδύεται πίσω από μια αυστηρή, ορεσίβια παράδοση. Σε εμάς μένει να παρατηρήσουμε ότι ο λαμπρός ήλιος είχε χαρίσει μια από εκείνες τις υπέροχες ελληνικές  χειμωνιάτικες μέρες και έδωσε την ευκαιρία στον Φλωμπέρ να μνημονεύσει τον ζωγράφο Ντομινίκ  Παπετί, που εμπνεύστηκε κυρίως από την Ελλάδα. Το “Όνειρο ευτυχίας” που επίσης αναφέρει είναι το σημαντικότερο έργο του φιλοτεχνημένο στη Ρώμη.

“Κουτουμουλά -Τριγυρνούσαμε στους δρόμους του χωριού όταν ακούσαμε φωνές να τραγουδούν μαζί, και μονομιάς σε μια πλατεία είδαμε μια ομάδα γυναικών, με τα παρδαλά τους ρούχα, που χόρευαν σε κύκλο πιασμένες χέρι χέρι. Δίχως διόλου να είναι φωνακλάδικο σαν τα ελληνικά τραγούδια, ήταν κάτι πολύ πλατύ και πολύ σο­βαρό. Σταμάτησαν τον χορό τους για να μας δουν να περνάμε. Ο δρόμος βρισκόταν ανάμεσα στην πλατεία κι έναν τοίχο· στην ποδιά του τοίχου, να λιάζονται στον ήλιο, ήταν κι άλλες καθισμένες, και ξαπλωμένες καταγής, να απλώνονται σαν να ήταν πάνω σε χαλί. Όνειρο ευτυχίας του Παπετύ! Μία γυναίκα με το κεφάλι της στα γόνατα μιας άλλης που την ξεψείριζε. — Μικρό παιδί με άσπρο πάνινο σκουφί, σκεπασμένο χρυσά γρόσια, με κρασουλιά ψώρα στο πρόσωπο. Όταν βρεθήκαμε σε απόσταση βολής καραμπίνας πιο χαμηλά από το χωριό, ο οδηγός μας μάς ανάγκασε να γυρίσουμε πίσω, ο δρόμος είχε βουλιάξει. Ξαναείδαμε ψηλά το παρδαλό σμάρι από όλες αυτές τις γυναίκες που μας παρακολουθούσαν από μακριά θα συνέχισαν ά­ραγε τον χορό τους;”

ΛΙΒΑΔΕΙΑ

Οταν μπήκαν στη Λιβαδειά από την ανατολική της πλευρά το τοπίο δεν ήταν πολύ διαφορετικό απ’ ό,τι σήμερα. “Στρίβουμε αριστερά για να προσπεράσουμε το βουνό πίσω από το οποίο βρίσκεται η Λεβάδεια. Η πεδιάδα του Ορχομενού δεξιά μας, η λίμνη της Κωπαΐ’δας απλώνεται. Η πεδιάδα είναι κλειστή, στην ανατολική της πλευρά, με βουνά, που φαίνονται χωρισμένα και όχι σαν τοίχος, όπως της Εύβοιας: ένα, κι έπειτα ένα άλλο — ο δρόμος ξαναεμφανίζεται σε ορισμένα ση­μεία, περνάμε γεφύρια, λιγοστά τα δέντρα. Μονομιάς η Λιβαδειά πίσω από έναν λοφίσκο”.

Η περιγραφή της πόλης είναι συνοπτική κι ενδιαφέρουσα. Ενας ακόμη ζωγράφος, ο  Ζαν Μπατίστ Λουί Ιμπέρ, έρχεται στον νου του Φλωμπέρ όταν αντικρίζει για πρώτη φορά τη Λιβαδειά. Χτισμένη ανάμεσα σε ρεματιές με τη βροχή και την ομίχλη του Δεκέμβρη, θυμίζει τα τοπία του Ιμπέρ τα εμπνευσμένα από την ελβετική φύση. Είναι Χριστούγεννα με το παλιό ημερολόγιο, 25 Δεκεμβρίου, και ο Φλωμπέρ παρατηρεί με ενδιαφέρον τους άντρες που φοράνε την κάπα ριχτή στην πλάτη.

“Λιβαδειά. — Κεραμιδένιες στέγες με πέτρες απάνω τους, σπίτια σκαρφαλωμένα στην πλαγιά όψη ελβετική, σχέδια του Ιμπέρ — πολύ νερό, πολύ νερό, μύλοι. Είναι Χριστούγεννα. Οι άντρες, πολύ καθαροί, περιφέρονται με το παλτό στην πλάτη και φουστανέλα. Πριν μπούμε στην πόλη, κάτι λαχανόκηποι.  Συνάντηση με τον διοικητή της χωροφυλακής. Μένουμε σ’ ένα χάνι που έχει μπαλ­κόνι, η σκάλα ξεκινά από τον στάβλο”.

 

      Antre de Trophonius, F. C. POUQUEVILLE, 1835

Επίσκεψη στις πηγές και στο γεφύρι της Κρύας. Ο Φλωμπέρ δεν ανέβηκε στο Κάστρο, αλλά φαίνεται ότι είχε μελετήσει το έργο του Ζαν Αλεξάντρ Μπισόν, του συμπατριώτη του που επισκέφθηκε την Ελλάδα το 1840-41 και έγραψε το  La Grèce continentale et la Morée, voyage, séjour et études historiques en 1840 et 1841.
“Ο μουλαράς μας μάς οδήγησε ώς την άκρη του χωριού, κοντά στην πηγή, στα πόδια της ακρόπολης, στην οποία υπάρχουν ερείπια φράγκικα, κατά τον Μπυσόν. Εγώ δεν είδα (αλλά δεν ανέβηκα) παρά μόνο ερείπια τούρκικα. Δεξιά, αφήνοντας τη γέφυρα σε σχήμα σαμαριού αριστε­ρά, στην είσοδο μιας χαράδρας βαθιάς και σχεδόν κάθε­της, ο βράχος έχει ένα πλήθος σκαλισμένες μικρές κόγ­χες, όπως στον δρόμο για την Ελευσίνα, αλλά πολύ περισσότερες· κάποιες γλυφές τετράπλευρες, αλλά σπάνιες. Πρώτα, ένα είδος ναΐσκου με κόγχες ολόγυρα και άλλες στο εξωτερικό του. Σε όλο το μήκος του βράχου, σχισμέ­νου σε δύο μεγάλες οριζόντιες σχισμές (φυσικές;) —λες και κάποιος θέλησε να βγάλει μια μεγάλη φέτα—, μικρές ανόμοιες τρύπες, μεγάλες όσο δύο μπουνιές και παραπά­νω, και κόγχες στο επίπεδο του εδάφους, είσοδος μιας σπηλιάς όπου πρέπει να σκύψεις για να μπεις. — Ο κ. Μπυσόν λέει ότι στο βάθος υπάρχει ένα πηγάδι”.

Επειτα αναφέρεται στη μεγάλη σπηλιά που υπήρχε στην ανατολική όχθη της Ερκυνας. Είναι διαβασμένος και κατατοπισμένος όσον αφορά τον Παυσανία, όμως αναρωτιέται αν το ποτάμι που διασχίζει τη μικρή πολιτεία είναι  η Ερκυνα. “Από την άλλη πλευρά της γέφυρας, απέναντι, άλλη φυσική σπηλιά πολύ πιο ψηλή. Χρησιμοποιείται ως στά­βλος για γαϊδούρια. Δίχως πολύ βάθος, καταλήγει σε μύ­τη. Είναι άραγε το άντρο του Τροφωνίου; Ο Παυσανίας δεν θα έλεγε όμως «το μαντείο βρίσκεται στο βουνό πάνω από το ιερό δάσος», ή τότε το μαντείο θα βρισκόταν πολύ μακριά από το άντρο. Ή μήπως βρισκόταν πάνω σ’ αυτό που ονομάζεται σήμερα ακρόπολη; Αν είναι έτσι, τότε αυτό το ρυάκι μήπως είναι η Έρκυνα; Πού όμως θα βρισκόταν το ιερό δάσος; «Η Έρκυνα χωρίζει τη Λεβάδεια από το ιερό δάσος του Τροφωνίου». Από την άλλη  πλευρά; Εκεί όμως το βουνό όλο πέτρα υψώνεται μονο­μιάς. Ο αριθμός πάντως από τις αφιερωματικές κόγχες που βλέπει κανείς, στο σημείο αυτό, επιτρέπει την υπό­θεση. Λεβάδεια (Λιβαδειά), ώρα 9 το βράδυ”.

ΠΡΟΣ ΑΡΑΧΩΒΑ

Την επομένη, 26 Δεκεμβρίου, ξεκινούν για την Αράχωβα στις 7.30 το πρωί. Αφού διαβούν το τρίστρατο, το σταυροδρόμι του Οιδίποδα, όπου ο Φλωμπέρ αναζητά τον Τάφο του Λαΐου, στις 11.45 φτάνουν στο χάνι του Ζεμενού, όπου συναντούν μια Αγγλίδα, δύο συμπατριώτες της κι έναν Ελληνα. Είναι η δεύτερη μέρα των Χριστουγέννων και το χάνι είναι κλειστό. Ο Φλωμπέρ παραπονιέται για ακόμα μια φορά για το γεύμα “με ένα ισχνό κοτόπουλο και τα αιώνια σκληρά αυγά του ταξιδιού”.

“Λιβαδειά — Αν και σηκωθήκαμε στις 5 και μισή, ξεκι­νήσαμε μόνο δυο ώρες αργότερα, χάρη στην αργοπορία του Γιώργη-(ο αστυνομικός βοηθός τους) τίποτα δεν ήταν έτοιμο, και ο χωροφύλακας (τον αλλάξαμε) δεν είχε έρθει ακόμη.

Ο Παρνασσός, στην ανατολή του ήλιου, έδειχνε όλα του τα χιόνια ήταν λαξευμένος σε δυο φέτες μυτερές που προεξείχαν, ακουμπισμένες σε βάσεις πολύ φαρδιές που σχημάτιζαν, για το μάτι, το πέρασμα από τη μία στην άλλη. Κορυφή λεπτή με πλατιά βάση, με χρώμα άσπρο αστραφτερό σαν γυαλισμένο μάργαρο. Το φως που κυκλοφορούσε πάνω της έμοιαζε με κρυστάλλωμα από υγρό ατσάλι. Σε λίγο φάνηκε μια ρόδινη απόχρωση, ύστερα χάθηκε, η κορυφή ξαναέγινε άσπρη, με τις μαύρες αυλα­κώσεις στα σημεία όπου φαίνεται η πρασινάδα, όπου δεν έπεσε χιόνι. Πίσω μας ένα κομμάτι ουρανού κατακόκκινο, τυλιγμένο σε παχιές σπείρες, με φουσκωτούς κυματι­σμούς, και ανάμεσά τους επιφάνειες στο καστανό χρώμα της στάχτης.

Η κοιλάδα εδώ (στο τέλος της πεδιάδας του Ορχομε­νού) είναι αρκετά πλατιά. Από τις δύο πλευρές οι πλαγιές των βουνών, όχι πολύ υπερυψωμένες, πλαταίνουν ως ε­μάς. Συστάδες από βαλανιδιές νάνους, η συνέχεια του ίδιου μικρού δρόμου όπως χθες, πολλή λάσπη, απαίσιος δρόμος για τα άλογα. 0 Γιώργης με το άλογό του έπεσε σ’ έναν λάκκο γε­μάτο νερό, που του έφθανε ώς τις μασχάλες, αλλού βρέ­θηκε το άλογο και αλλού ο άνθρωπος. Μόλις ξέμπλεξε, τον βλέπω να ξαναπέφτει μέσα με ορμή – ήταν για να σώσει το δισάκι με τα τρόφιμα. Επέστρεψε στην άκρη του λάκκου με άδεια χέρια. Δίχως να ανησυχήσει πολύ και με στωική ηρεμία, περίμενε, για ν’ αλλάξει ρούχα, τις αποσκευές που μας συνόδευαν από μακριά.

Ο Παρνασσός είναι μπροστά μας. Υπάρχει μία χαράδρα σε κάθε του άκρη, πρέπει να πάρουμε την αριστερή. Από εκεί βλέπω τρεις, μάλλον δυσδιάκριτες, μεγάλες καμπύλες εδάφους: πρώτα ένα μικρό στρογγυλό καταπράσινο βουνό, που ξεχωρίζει από ό,τι βρίσκεται πίσω του και εξέχει προς το μέρος μας. Υστερα, πίσω από αυτό τον πράσινο όγκο, μια τούρλα μεγαλύτερη, που ξεπερνάει την προηγούμενη σε ύψος και σε πλάτος, και με χρώμα κοκκινωπό και τέλος, πάνω από όλα αυτά, στο τρίτο επίπεδο, ο Παρνασσός, λευκός, με τις δύο μεγάλες πλευ­ρές του στα δύο άκρα, και με βάση πράσινη.

Ο δρόμος στρίβει αριστερά, και, σε σχέση με τον Ελι­κώνα, δίνει αρχικά την εντύπωση πως αποφεύγει το βου­νό. Εχεις την εντύπωση πως θα αντιμετωπίσεις τον Παρ­νασσό μόνο από την πίσω πλευρά, και τον έχουμε τώρα δεξιά μας. Βρισκόμαστε μπροστά σε μια πλατιά λαγκα­διά, που στο βάθος της κυλάει ένα ρυάκι πέφτοντας από βράχια σε βράχια, όχι πολύ μεγάλα, στην κοίτη μιας μεγάλης ρεματιάς. Το νερό, πάνω στη στρώση από άσπρο χαλίκι και ανάμεσα στις απόκρημνες όχθες, μου φάνηκε, όπως και τα βράχια, βαθυγάλανο πολύ ωχρό, σαν όλα αυτά να είχαν ξεπλυθεί με αραιό λουλάκι. Ο δρόμος βρί­σκεται στο χείλος αυτού του χειμάρρου —που τον διασχί­ζουμε αρκετές φορές— άλλοτε δεξιά κι άλλοτε αριστερά. Το βουνό, στο αριστερό μας χέρι, σημαδεύεται σε όλο του το μήκος κάθε τόσο από γραμμές πρασινωπές, με ένα φόντο πιο καστανό, σαν να υπάρχει από κάτω μια στρώση σινικής μελάνης: είναι τα ελάτια που κατεβαίνουν, ξεκι­νώντας από τους μεγάλους μαύρους όγκους που εμφανί­ζονται ύστερα από τη ζώνη του χιονιού. Από το κάτω μέρος της ζώνης με τα ελάτια και ως εμάς, μεγάλη σκα­φτή πλαγιά, γεμάτη πρασινάδα. Δεξιά, το βουνό καταλή­γει κάθε τόσο σε επιφάνειες φυσικών τοίχων, τοποθετη­μένες κάθετα στη λοξή κορυφή του βουνού: σταματούν και ξαναρχίζουν, σαν το ενδιάμεσο κενό ανάμεσα τους να ήταν μια ρωγμή που τις έκοψε.

Γυρνάμε απότομα αριστερά. Μήπως υπάρχει άλλο μο­νοπάτι προς τον δρόμο; Μήπως είναι αυτό το σημείο όπου βρίσκεται το σταυροδρόμι του Οιδίποδα; — Τάφε του Λαΐου, πού βρίσκεσαι;

Στις δώδεκα παρά τέταρτο, φθάνουμε στο χάνι του Ζεμενού, δίπλα σε μια μικρή πηγή όπου βλέπουμε έναν γάιδαρο, μια Εγγλέζα με μεγάλο καπέλο και πλεκτή ζακέτα, δύο Εγγλέζους κι έναν Έλληνα που, κατά τον Γιώρ­γη, τους εκμεταλλεύεται και, καθισμένος σ’ έναν σωρό παπλώματα, κουβεντιάζει μαζί μας από το ύψος του μουλαριού του. Καθώς βρισκόμαστε στις γιορτές των Χρι­στουγέννων, το χάνι είναι κλειστό. — Πρόγευμα στην πηγή, μ’ ένα ισχνό κοτόπουλο και τα αιώνια σκληρά αυγά του ταξιδιού. Βρέχει. Χαιρετούμε τον Παρνασσό, καθώς αναλογιζόμαστε τη μανία που η θέα του θα προκαλούσε σ’ έναν ρομαντικό του 1832, και ξεκινούμε πάλι”.

Οταν πια η βροχή κοπάζει βλέπουν από μακριά την Αράχωβα: “Η βροχή μας εμποδίζει, είναι αλήθεια, να δούμε τον τόπο ώς το χωριό Αράχοβα. Από μακριά, βλέποντας τους λευκούς τοίχους των σπιτιών του, νόμισα πως ήταν επι­φάνειες από χιόνι πάνω στη χλόη. Το χωριό είναι μεγάλο, τοποθετημένο σε μια βουνοπλαγιά, σε μια προεξοχή πε­ρίπου όπως το Ζαφέντ στη Συρία. Ύστερα από το χω­ριό, αμπελώνες. Στο πιο ψηλό σημείο του κάθε αμπελοχώραφου, κοντά στον δρόμο, υπάρχουν ξύλινα πατητήρια που, μέσα από ένα στενό μακρύ άνοιγμα, ο πολύ γυρτός πάτος τους καταλήγει σε κάτι σαν μικρά πηγάδια απ’ όπου αφαιρούν τον χυμό των σταφυλιών”.

                                                                                                    Μέρα παζαριού στη Λιβαδειά EDWARD LEAR,1849

ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΛΙΒΑΔΕΙΑ

Ακολουθούν τον δρόμο για Δελφούς και μετά για Θερμοπύλες. Ομως έμελλε να επιστρέψουν στη Λιβαδειά. Την Παρασκευή 29 Δεκεμβρίου μένουν στη Χαιρώνεια -Κάπραινα, όπως την αναφέρει ο Φλωμπέρ- και το Σάββατο το πρωί, προπαραμονή Πρωτοχρονιάς, ξεκινούν για τη Λιβαδειά. Μια παρεξήγηση ανάμεσα στους συνοδούς  αγωγιάτες του και τον διερμηνέα του τους αναγκάζει να περάσουν τη νύχτα στη Λιβαδειά. Η Ερκυνα είναι φουσκωμένη, η πεδιάδα έχει πνιγεί από τη σφοδρή καταιγίδα και ο Φλωμπέρ γκρινιάζει ακινητοποιημένος στο λιβαδίτικο χάνι.

“Σάββατο 11. —[…] Οι αποσκευές μας ξεκινούν πρώτες, θα πρέπει να φθά­σουν πριν από μας στη Θήβα εμείς ξεκινούμε αργότερα, στις 11, τυλιγμένοι στα κατσικοδέρματά μας, και με τις βεδουίνικες κουβέρτες μας βαλμένες από πάνω και δεμένες μ’ ένα σχοινί μπροστά στο στήθος, όπως δένουν τις γκελεμπίες. Η βροχή πέφτει δύο ώρες ασταμάτητα.

Ο δρόμος ανεβαίνει ένα βουνό, ύστερα το κατεβαίνειαπέναντι μας διακρίνουμε τη Λιβαδειά, τον Παρνασσό δεξιά, πνιγμένο στην ομίχλη και τη βροχή. Οι αποσκευές μας σταμάτησαν στο στρατόπεδο της Λιβαδειάς, και οι αγωγιάτες δηλώνουν πως δεν θέλουν να προχωρήσουν άλλο μπλέκει και η βλακεία του δραγουμάνου μας, κι έτσι είμαστε υποχρεωμένοι να μείνουμε στη Λιβαδειά!

Περνάμε τη μέρα βάζοντας τα ρούχα μας και τα σκου­τιά μας να στεγνώσουν και καπνίζοντας στα κρεβάτια μας κάτω, στον στάβλο, απ’ όπου ανεβαίνεις στο δωμά­τιό μας, είναι ένα ανακάτωμα από άλογα, μουλάρια και ανθρώπους. Ο χείμαρρος που περνάει μπροστά στη Λιβαδειά εξα­κολουθεί να φουσκώνει πάντα, όλη η πεδιάδα είναι πνιγμένη στο νερό, η βροχή αναπηδά πάνω στα κεραμίδια, ο άνεμος τραγουδάει ανάμεσα στα σανίδια του χανιού. Περάσαμε τη βραδιά ξαναράβοντας τα κατσικοδέρματά μας και προσθέτοντάς τους επιγονάτια από φλοκάτη”.

ΣΩΛΗΝΑΡΙ

Παραμονή της ελληνικής Πρωτοχρονιάς, ο Φλωμπέρ με τη συντροφιά του ξεκινούν από τη Λιβαδειά και μετά από τέσσερις ώρες σταματούν για ξεκούραση σ’ ένα χάνι στο Σωληνάρι. Ο συγγραφέας μας δεν μπορεί να φάει άλλα σκληρά αυγά και τη βγάζει με ένα ξεροκόμματο, όπως άλλωστε στη μεγαλύτερη διάρκεια του ταξιδιού. Η περιγραφή των ηθών της ελληνικής επαρχίας, λίγο μετά την υπόθεση Πατσίφικο και τα Παρκερικά και λίγο πριν τον Κριμαϊκό πόλεμο και την εμφάνιση των μεγάλων ληστρικών συμμοριών του Κακαρέπη, του Νταβέλη και του Καλαμπαλίκη, είναι απολαυστική.

“Κυριακή 12 — Μέρα επική! Φεύγοντας από τη Λιβαδειά στις 7 το πρωί, όσο γίνε­ται καλύτερα κουκουλωμένοι, παραμένουμε στην πεδιάδα που την κατηφορίζουμε ανεπαίσθητα αριστερά μας, μα­κριά, η λίμνη της Κωπαΐδας χαμένη μέσα στους βάλτους  τα βουνά όλα σβησμένα από την ομίχλη. Στις 11 σταματούμε στο χάνι του χωριού Σωληνάρι. Ανθρωποι και ζώα ανάκατα, οι άνθρωποι σ’ ένα είδος ξύλινο πάτωμα, τετράγωνη κατασκευή σε μία γωνιάκαι που πάνω της βρίσκεται η εστία. Τα άλογα είναι δεμένα στο παχνί.

Αλλάξαμε χωροφύλακα∙ ο χωροφύλακας που μόλις πή­ραμε στη Λιβαδειά είναι κεφάτος και διασκεδαστικός, μοιράζει γερές γροθιές σε όλους, γελάει δυνατά, και πάει να μας φέρει ξύλα, κάτι που ο Γιώργης μας δεν έχει ούτε την εξυπνάδα να κάνει. Ο αστείος αυτός τύπος μάς προ­σφέρει ακόμα το αναπόφευκτο αρνάκι του και τα αιώνια σκληρά αυγά. Το λαρύγγι μου κλείνει μόλις τα αντικρίζω και προγευματίζω, όπως και τις προηγούμενες μέρες, με ξερό ψωμί. Απέναντί μου κάθεται, με σταυρωμένα πόδια σαν Τούρκος, ο δήμαρχος ενός γειτονικού χωριού, τρώει μια στραπατσάδα με αυγά.  Στους μηρούς του απλώνεται το σπαθί του. Το πρόσωπό του πλαισιώνεται από την κόμη του, κι ένα μικρό μαύρο τουρμπάνι, τυλιγμένο γύρω στο κεφάλι του, κρέμεται στις δύο πλευρές στα μάγουλα του, περνάει στο κάτω μέρος του προσώπου του, σαν υποσιαγώνιο, και ύστερα τυλίγεται γύρω από τον λαιμό του σαν μπροστήθι. Είναι ένας γεροδεμένος άντρας πενηντάρης, γκριζομάλλης, νευρικός, με ύφος ληστή και πολύ frank.

Καβαλικεύουμε πάλι τα μουσκεμένα μας ζώα και συ­νεχίζουμε τον δρόμο μας. Πρέπει να παραιτηθούμε από τη σκέψη να πάμε στη Θήβα και στον Ορχομενό, θα κοιμη­θούμε στην Κάζα. Πλατσουρίζουμε στη λάσπη, περνάμε μέσα από τέλ­ματα, τα άλογα μας πιτσιλίζουν νερό γύρω τους, ο κώλος μου είναι βρεμένος πάνω στη σέλα μου”.

Τον Γενάρη του 1851 ο Φλωμπέρ με τον Μάξιμο Ντυκάν θα περιηγηθούν την Πελοπόννησο και στις 8 Φεβρουαρίου η τελευταία σημείωση είναι από την Πάτρα: “Την Τρίτη θα φύγουμε για το Πρίντεζι. Αλλοι τόποι! Αλλες μέρες!”

Πηγή: «Το ταξίδι στην Ελλάδα», Γκυστάβ Φλωμπέρ, εκδόσεις  Ολκός, μετάφραση Π.Α. Ζάννας.

 

 

ΓΚΥΣΤΑΒ ΦΛΩΜΠΕΡ

Ο Γκυστάβ Φλωμπέρ, ένας από τους σημαντικότερους και δημοφιλέστερους λογοτέχνες όλων των εποχών,  γεννήθηκε στη Ρουέν της Νορμανδίας στις 12 Δεκεμβρίου 1821. Είναι το πρώτο παιδί μιας οικογένειας που θα  συμπληρωθεί τρία χρόνια μετά με τη γέννηση ενός ακόμη κοριτσιού. Ο πατέρας του ήταν χειρουργός και η ιατρική αποτέλεσε ένα μόνιμο πεδίο ερεθισμάτων για το μικρό Γκυστάβ. Όμως δεν είναι ο χώρος που θα τον κερδίσει. Προικισμένος με έντονη κλίση στη λογοτεχνία, από τη νεαρή του ηλικία γράφει μικρά θεατρικά έργα, τα οποία παίζει με τους φίλους του, και  αφηγήματα. Το 1835 συντάσσει ένα φιλολογικό ημερολόγιο, το «Τέχνη και πρόοδος». Οι γονείς του θέλουν να στραφεί στις νομικές επιστήμες, αλλά μετά από τρίχρονες σπουδές νομικών στο Παρίσι και μια κρίση επιληψίας τα εγκαταλείπει και εγκαθίσταται στο Κρουασέ, έχοντας πια αποφασίσει ότι θα αφοσιωθεί ολοκληρωτικά στη λογοτεχνία. Ο θάνατος του πατέρα του και λίγο αργότερα της αδερφής του τον κλονίζουν και για να ξεφύγει από τη θλίψη που του γίνεται μόνιμο ψυχικό πεδίο, αρχίζει μια σειρά ταξιδιών από το 1849 ως το 1851. Μεταξύ των χωρών που επισκέπτεται είναι και η Ελλάδα.
Με την επιστροφή του εργάζεται πάνω στη «Μαντάμ Μποβαρύ». Από το Κρουασέ και τη σχεδόν ασκητική ζωή περνά κατά διαστήματα στην έντονη ζωή του Παρισιού, για να δει τους ομοτέχνους του, ανάμεσα στους οποίους ο  Τουργκιένιεφ, ο Ζολά, ο Γκωτιέ, η Γεωργία Σάνδη, η Λουίζ Κολέ, που αποτελούν τον κύκλο του. Οσο ωριμάζει το ταλέντο του, τόσο τον ενδιαφέρει ιδιαιτέρως η ψυχολογία, η επιθυμία να ανατάμει τα βαθύτερα κίνητρα που κατευθύνουν τις ανθρώπινες πράξεις, αλλά και οι αντιλήψεις της εποχής του. Η «Μαντάμ Μποβαρύ» ολοκληρώνεται έξι χρόνια μετά και εκδίδεται το 1857. Για το έργο όμως αυτό, που σύμφωνα με τον Εμίλ Ζολά «θεμελίωσε τον τύπο του νεώτερου μυθιστορήματος» σύρεται σε δίκη με την κατηγορία της προσβολής των ηθών και της θρησκείας, στην οποία τελικά αθωώνεται. Και η «Σαλαμπώ» που ακολούθησε, για την οποία ταξίδεψε στην Τύνιδα να επισκεφθεί τα ερείπια της Καρχηδόνας, ήταν ένα μακρόχρονο έργο, όπως και τα άλλα που ακολούθησαν, «Αισθηματική αγωγή», «Ο Πειρασμός του Αγίου Αντωνίου»,  «Μπουβάρ και Πεκυσέ» κ.α. Είναι κι αυτό ένα από τα δεδομένα που στοιχειοθετούν τον τίτλο του τελειομανούς που του έχει αποδοθεί. Για τον Γκυστάβ Φλωμπέρ το τέλειο ύφος είναι το διά βίου ζητούμενο.
Ο ρομαντικός ρεαλιστής με τα έργα του άνοιξε ένα νέο δρόμο στην ιστορία της λογοτεχνίας, που περνάει  μέσα από την καταγραφή της πραγματικότητας ενώ ταυτόχρονα τη διευρύνει. Ο αριστοτέχνης μυθιστοριογράφος υπήρξε όμως κι ένας δοτικός και γενναιόδωρος άνθρωπος, αφού δεν δίστασε να πουλήσει την περιουσία του για να σώσει τον ανιψιό του από την οικονομική καταστροφή.
Πέθανε  το Μάιο του 1880 από εγκεφαλική αιμορραγία.

Κεντρική φωτογραφία: H αγορά της Λιβαδειάς στα μέσα του 19ου αιώνα, Amand Schweiger von Lerchenfeld. Griechenland in Wort und Bild, Eine Schilderung des hellenischen Konigreiches, Leipzig, Heinrich Schmidt & Carl Günther, 1887