Τα βραβευμένα ποιήματα του 7ου Πανελληνίου Ποιητικού Διαγωνισμού ΕΛΙΚΩΝ

Τα βραβευμένα ποιήματα του 7ου Πανελληνίου Ποιητικού Διαγωνισμού ΕΛΙΚΩΝ

Παρουσιάζουμε τα 3 βραβευθέντα ποιήματα του 7ου Πανελληνίου Ποιητικού Διαγωνισμού ΕΛΙΚΩΝ. Δείτε εδώ τα συνολικά αποτελέσματα:

Τα επίσημα αποτελέσματα του 7ου Πανελληνίου Ποιητικού Διαγωνισμού ΕΛΙΚΩΝ

1ο Βραβείο Γιώργος Κουλιανός

Ταμειακό πρόβλημα

 Εντατικοποίηση’ διαβάζω ‘των ελέγχων’

για αδήλωτα εκ βάθους αισθήματα.

Δεν πιάστηκαν κι εφέτος οι στόχοι

Στενότης κι ανέχεια στο προς αλλήλους

Κι επιπλέον χαμηλής εισπραξιμότητας

Το ζήτα με όταν ανάγκη μ’ έχεις

Ουδόλως οδήγησε σε πρωτογενές δούναι λαβείν

 

Εξυγίανσης ελπίς μόνο αν προκύψουν συνοδευτικώς

Εκτεταμένες κατασχέσεις

Εγκλεισμού, μηρυκασμού και ιδιωτείας

 

Βεβαίως ‘ανάγκα και θεοί πείθονται’

εφαρμόστηκε ευρέως κι εφέτος

μα τίποτα βεβαιωμένο ακόμη

μήτε σε φόβους

μήτε σε φόρους επ’ αυτών

 

Αδρές κι αδρανείς οι εκτιμήσεις

σιγή ιχθύος κι ασυρμάτου σέρνεται

 

Για κάθε μία επιβάρυνση

ευθαρσώς εκπεφρασμένου

προκύπτει απώλεια συναίσθησης ή ακοής

Διασταυρώσεις ελέγχων ή βλεμμάτων

ουδέποτε απέδωσαν. Μείον το ταμείον.

Γνωστή άλλωστε η έξις των φυγόμαχων

να μην αποδίδουν έγνοια

κι ενίοτε εξαγγελίες πομπώδεις

περί δικαίας κατανομής των ευθυνών

οψέποτε εξαγγέλθηκαν, ουδόλως εισακούστηκαν.

 

Το πρόβλημα εμπίπτει, υποθέτω

στον όρο ‘φυσικά πρόσωπα’

Αφού ως γνωστόν όλες οι δηλώσεις, ανέκαθεν

προς όλους κι επί παντός

τεχνητά φέρουν προσωπεία.

 

2ο Βραβείο Χρήστος Πολατίδης

Προτελευταῖο Ἡμερολόγιο Γέφυρας  τοῦ καπετάν Νικόλα

(στη μνήμη τοῦ ἀξέχαστου φίλου Νίκου Μυλωνᾶ που ἔφυγε στις 10-12-2015)

Χειμωνιάτικο παράξενο πρωινό,

δέκα του Δεκέμβρη σήμερα.

«Καταπέλτης κλειστός, ὑδατοστεγής θύρα κλειστή,

ἔναρξη ἀπάρσεως και ἀποδέσεως,

ἀπομάκρυνση ἀπό προβλήτα»

Ἥλιος γλυκός, χαμογελαστός.

Περνᾶμε ἀνοιχτά τῆς Παλιάπολης.

«Πορεία ἀληθής σαράντα δύο μοῖρες,

δρομόμετρο στους δέκα τέσσερεις κόμμα ἐννιά κόμβους».

Ματιά στο βάθος δεξιά,

το Ἱερό τῶν Μεγάλων Θεῶν,

λάμπει και φωτίζει την ὁμίχλη.

Ὀμορφιά…

Ἀπ’ τον Μάη οὔτε μία μέρα ἄντεξα,

να φεύγω και να ’ρχομαι,

δίχως να ρίχνω μία ματιά στην ὀμορφιά.

Ἀκούστηκε κάτι σαν μουσική,

μέσ’ ἀπ’ τη θάλασσα…

Εἶναι δυνατόν;

Ἡ θάλασσα ἔπαιζε λύρα, γκάϊντα και νταούλι

«Ὁ Κωνσταντῖνος ὁ μικρός, ὁ μικροκωνσταντῖνος,

μικρόν τον εἶχε ἡ μάνα του, μικρον τ’ ἀρραβωνιάζει».

Πάνω στο κῦμα,

ἡ φωτιά, τα κάρβουνα και οἱ ἀναστενάρηδες.

«Ἀλλοίμονο σ’ αὐτούς

πού δεν καταλαβαίνουν πανηγύρι».

Εἶναι δελφίνια αὐτά πού χορεύουνε στο κῦμα;

«Πορεία γυροπυξίδας σαράντα δύο μοῖρες,

πορεία εὐθυντήριας σαράντα μοῖρες»

Δεν εἶναι δελφίνια μᾶλλον…

Σαν να ’μαστε ἐμεῖς παιδιά,

μπάλα παίζουμε και ψοφᾶμε στην κούραση,

στον Ὀβά και στο Ἡρώων.

Κι ὕστερα τέρμα Μεραρχίας, προς Σταθμό,

πηγαίνουμε να κλέψουμε,

γλυκά και δροσερά ἀχλάδια …

Ὡραα χρόνια…

«Παραλλαγή εὐθυντήριας δύο μοῖρες»

Παράξενα σήμερα τα παιχνίδια τοῦ μυαλοῦ.

Τί θυμᾶμαι πάλι…

Ὅλες τοῦ κόσμου πέρασα τις θάλασσες,

δίχως να φοβηθῶ ποτέ.

Μόν’ στη Λιβύη τότε με το τσιμεντάδικο,

πού παρά τρίχα γλυτώσαμ’ ἀπ’ τις βόμβες.

Θυμᾶμαι ἀκόμα κείν’ τη μέρα,

κι οἱ σκέψεις τότε,

ἴδιες με σήμερα, ὁλόιδιες.

Παιχνίδια τοῦ μυαλοῦ, παιχνίδια….

«Διεύθυνση ἀνέμου: Βορειοανατολικός,

Ἔνταση ἀνέμου: Τέσσερα μπωφόρ,

Βαρομετρική πίεση: Χίλια τριάντα μιλλιμπάρ»

Τζούρα γλυκειά ἀπ’ τὸ τσιμπούκι.

Αὐτός ὁ καπνός εἶναι πολύ καλός….

Τί εἶναι τοῦτο πάλι;

Τα κορίτσια, ἡ μάνα, ἡ ἀδελφή,

πάνω στα κύματα,

κι ἀπο πίσω ὅλες οἱ γυναῖκες τῆς ζωῆς,

σ’ Ἀνατολή και Δύση και Βορρᾶ και Νότο,

παρέλαση στο ρυθμό τῆς μηχανῆς…

«Προσέγγιση λιμένα, μηχανή εἰς προσοχή,

πόντιση ἀγκυρῶν, ἔναρξη προσδέσεως».

Προσοχή στους χειρισμούς.

Ὅλα καλά….

«Τέλος προσδέσεως,

ἄνοιγμα καταπέλτη και ὑδατοστεγοῦς θύρας».

Εἶναι και ’κεῖνες οἱ δουλειές,

πρέπει να γίνουν στο λιμάνι.

Ἕξι ὦρες για το ἑπόμενο δρομολόγιο,

φτάνουν και περισσεύουν…

«Ἡμερολόγιο Γέφυρας, τίθεται σφραγίδα καὶ ὑπογραφή».

Γέφυρας; Ποιᾶς Γέφυρας; Για ποῦ;

…Τέλος πάντων…

Χειμωνιάτικο παράξενο πρωινό,

δέκα τοῦ Δεκέμβρη σήμερα….

3ο Βραβείο Αλέξανδρος Η. Στυλιανίδης

Φτερά από φωτιά

Βύθισα τα πόδια στο νερό και τράβηξα το καράβι από την πλώρη.

Όταν το χέρι μου ένιωσε τα ύφαλα να παγιδεύονται μέσα στην άμμο,

γλίστρησε από το ξύλο που έσταζε αλμύρα,

και την πορεία του συνέχισε σε μια νέα τροχιά.

Στιγμή δεν στάθηκα να γνέψω σε εκείνα τα ανάκτορα που χάνονταν στον ορίζοντα.

Ούτε φρόντισα να ακούσω, όπως όφειλα, εκείνη τη φωνή,

γέννημα του λόγου και θρέμμα ενός σπουδαίου νόμου.

Δεν κοίταξα καν ολόγυρα,

γιατί ήξερα ότι τα σύννεφα πάνω στοιβάζονταν σε διπλές σειρές,

κι ότι η θάλασσα πίσω λυσσομανούσε ταραγμένη.

Μόνο γη, νερό, αέρα και φωτιά θα μάζευα,

και μια νέα ζωή θα δημιουργούσα.

 

Το βήμα μου αναπτυσσόταν ταχύ όσο τα λιμάνια διαδέχονταν κοιλάδες.

Οι κόκκοι της άμμου ξεκολλούσαν ένας-ένας από τα ταινιωτά μου σανδάλια,

και έπεφταν στο χορτάρι που γέμιζε τα κενά ανάμεσα στα δέντρα.

Δεν έγειρα να κόψω ούτε ένα από τα αμέτρητα φρούτα,

που φόρτωναν τις ράχες των πορτοκαλιών και των λεμονιών.

Σαν να με καταδίωκαν πειρατές, που πίσω στη θάλασσα θα με έριχναν,

για να με πουλήσουν στις πιο μακρινές και ξακουστές αγορές των δούλων.

Ακόμα κι αν τη θάλασσα σκέπαζαν τα καράβια των ληστών,

οι δρασκελιές μου δεν θα μπορούσαν να ανοίξουν περισσότερο.

Και δεν θα έτρεχα,

ακόμα κι αν στα κατάρτια τους κυμάτιζαν τα ίδια πανιά με τα δικά μου,

κι η καταδίωξή μου φάνταζε δίκαιη στις ακτές όλων των ανακτόρων.

 

Tο βήμα μου όταν σε ελαιώνες με παρέσυρε,

φαντάστηκα δίχτυα να απλώνονται στο έδαφος,

χέρια να χτενίζουν τις φυλλωσιές,

ελιές να χορεύουν στον αέρα και να πηδούν κουρασμένες στα σακιά.

Στις παρυφές των ματιών μου, ένα αγριοπερίστερο φτερούγισε,

και λίγοι σπόροι από σιτάρι σκορπίστηκαν,

που όλα μαζί προσφορά της φύσης στη φύση επέστρεφαν,

μέχρι που στρατιές από κληματόβεργες αναρριχήθηκαν σιγά-σιγά στο βλέμμα.

Και τότε στα αυτιά μου ήχησε το γέλιο τους,

καθώς έσερναν σε εκστατικό χορό τις ρίζες τους πάνω στη χορτασμένη γη,

και άφηναν από τα φύλλα τους να ρέει άφθονος ο οίνος.

Οι δικές μου ρίζες στις δικές τους πλέχτηκαν σε μυσταγωγική τελετουργία,

και σαν ρυάκι τα δάχτυλά μου κύλησαν πάνω στα κλαδιά τους,

που άρχισαν να πάλλονται και να θροΐζουν μελωδίες.

Δίχως τη ρυθμική μου κίνηση στο έδαφος να διαταράξω,

λύγισα τα γόνατα και με ένα πουγκί στη χούφτα λίγη γη απέσπασα.

 

Το βήμα μου συνέχιζε ακάθεκτο,

ακόμα κι όταν μέσα από ρέματα και χείμαρρους περνούσε.

Νερό παντού ανάβλυζε από τη γη,

για να γλυκάνει την αλμύρα του αέρα,

και να ξεδιψάσει τους αετούς που φρόντιζαν για την τήρηση των νόμων,

που η ίδια η γη είχε θεσπίσει και το νερό φανέρωνε στις αέναες διαδρομές του.

Άλλοτε δειλά σκαρφάλωναν σταγόνες πάνω στις γυμνές μου κνήμες,

κι άλλοτε ολόκληρα ποτάμια πιάνονταν από τους μηρούς μου,

και σέρνονταν στο πέρασμά μου.

Απαλός ο χτύπος της καρδιάς του αετού στον ώμο μου,

παρά τη ζάλη του νερού,

που ακροβατούσε από τα κρόσσια του σφιχτού μου περιζώματος.

Γαλήνη στην παγωμένη ανάσα του νερού,

γαλήνη στo λύγισμα του ποδιού ανάμεσα στις φυσαλίδες.

Δίχως στις όχθες κάποιας κρήνης να ξαποστάσω,

έγειρα την πλάτη και με ένα πουγκί στη χούφτα λίγο νερό έκλεψα.

 

Το βήμα μου αγέρωχο ανέβαινε τα βουνά,

ενάντια στους ανέμους που σφύριζαν μέσα στις σχισμές των βράχων.

Στο γυμνό μου στήθος, βράχος ανάμεσα στα βράχια,

οι άνεμοι προσέκρουαν με δύναμη και άλλαζαν κατεύθυνση, έστω για λίγο,

ώσπου να γίνουν πάλι βέλη και εκτοξευτούν στο στόχο τους.

Στα μακριά μαλλιά μου,

οι άνεμοι δεν σφύριζαν, ούτε προσέκρουαν με δύναμη,

αλλά ανασήκωναν με ευλάβεια τους βοστρύχους που στόλιζαν την κόμη.

Μέσα στην πνοή των ανέμων,

που το στήθος μπορούσε και έπρεπε να υπομείνει,

οι βόστρυχοι στροβιλίζονταν ελεύθερα, μακριά από ξένους νόμους,

ίσως ανεπαίσθητα κι από τους φυσικούς τους νόμους.

Αλλά οι ίδιοι οι φυσικοί νόμοι είχαν επιτρέψει το νερό να κυλά στη γη,

ώστε η ενέργεια αδάμαστη στους αιθέρες να διαχέεται.

Δίχως την αντίστασή μου στους ανέμους να αμβλύνω,

άπλωσα το χέρι και με ένα πουγκί στη χούφτα λίγο αέρα φυλάκισα.

 

Το βήμα μου πέρασε από δάση, ποτάμια και βουνά,

και στη θάλασσα επέστρεψε αφήνοντας ατέλειωτα μονοπάτια πίσω του.

Κάθισα πάνω σε ένα βράχο που οι άνεμοι έδερναν κι οι λειχήνες κατάπιναν,

στεγνώνοντας με το φθαρμένο μου περίζωμα τα δάκρυά του.

Πέταξα τα λιωμένα μου σανδάλια στην άμμο,

και άφησα το βρυχηθμό της θάλασσας να γλυκάνει τα πληγιασμένα πέλματα,

που απολάμβαναν μετέωρα την αναμονή του χρόνου.

Τότε μια δέσμη φωτός διαπέρασε τα σύννεφα και αγκυροβόλησε μπροστά μου,

εκεί που το αφρισμένο κύμα ακούραστα παλινδρομούσε,

και σκέπασε με χρώματα γη, νερό και αέρα.

Ξεκρέμασα τα τρία πουγκιά από πάνω μου,

που τις τύχες τους η στενή μου ζώνη έδενε με τις δικές μου,

και τα προσέφερα στο φως.

 

Τα τρία πουγκιά παρασύρθηκαν από την αινιγματική σαγήνη του φωτός,

που μυστικά απόκρυφα έφερε από τους ουρανούς.

Εκεί, ψηλά, ακλόνητα, μεταξύ ουρανού και γης,

έμοιαζαν να συνδιαλέγονται με αθέατες δυνάμεις.

Και τότε τυλίχτηκαν στις φλόγες,

κι από τα βάθη τους άρχισαν να βγαίνουνε φτερά από φωτιά,

που σαν σε τείχη από ανάκτορα απλώνονταν κατά μήκος της ακτής,

όπου το νερό με τη γη και τον αέρα έσμιγε.

Συνεχώς τα τείχη πλάταιναν όσο πάλλονταν από φωτιά,

μέχρι που κάλυψαν κι εμένα και την υλική μου υπόσταση έκαψαν.

Μύθος πιστευτός στα σπάργανα, τη σφραγίδα της ιστορίας να κραδαίνει.

Και έτσι νέος νόμος γεννήθηκε πάνω στα φτερά από φωτιά,

ελεύθερος, δυνατός και ελπιδοφόρος.

 

 

 

 

Η ΓΝΩΜΗ ΣΑΣ ΜΕΤΡΑΕΙ. Προσθέστε το δικό σας σχόλιο

1 Σχόλιο στο "Τα βραβευμένα ποιήματα του 7ου Πανελληνίου Ποιητικού Διαγωνισμού ΕΛΙΚΩΝ"

Notify of
avatar
Sort by:   newest | oldest | most voted
Λίνα.
Guest

Πολύ ενδιαφέρουσες γραφές.Συγχαρητήρια στους δημιουργούς! Μένει να δούμε τώρα και το βραβευμένο στον ειδικό κλάδο.
Παρακολουθώ τον εν λόγω θεσμό απο τον 5ο διαγωνισμό και διαπιστώνω ότι πάντοτε τα βραβευμένα ποιήματα είναι γραμμένα σε ελεύθερο λόγο.Είναι άποψη της επιτροπής αυτό ή δεν υπάρχουν έμμετρες συμμετοχές?

wpDiscuz